Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2020

Τι στόχο έχει η επιβολή ποινών;

Η δημιουργία του ποινικού δικαίου συμβαδίζει με τον σχηματισμό των πρώτων οργανωμένων κρατών. Με την πάροδο των αιώνων, το φάσμα των συμπεριφορών που ποινικοποιούνται διευρύνεται όλο και περισσότερο, με έμφαση τις τελευταίες δεκαετίες στις πράξεις οι οποίες θεωρούνται απειλητικές για τη δημόσια τάξη και την ασφάλεια του κοινωνικού συνόλου. Υπάρχει σήμερα μια πληθώρα νομοθετικών ρυθμίσεων, οι οποίες αφορούν όλες τις δραστηριότητες της κοινωνικής ζωής, και αντίστοιχα πληθώρα κυρώσεων που προβλέπονται για την παραβίασής τους, επιβάλλοντας είτε την στέρηση της προσωπικής ελευθερίας είτε την καταβολή χρημάτων. Ενώ το ότι μπορεί να μας επιβληθούν κυρώσεις αν τελέσουμε κάποια αδικοπραξία είναι κάτι που γνωρίζουμε όλοι, οι σκοποί της ποινής αυτής, το σε τι δηλαδή αποβλέπει, δεν μας έχει γίνει το ίδιο σαφές. 

Ανατρέχοντας στις θεωρίες της ποινής, διακρίνουμε δύο βασικούς προσανατολισμούς: την ανταπόδοση και την πρόληψη. 

Σύμφωνα με τις απόλυτες (ανταποδοτικές- retributive) θεωρίες βασικός στόχος της ποινής είναι η ίση ανταπόδοση της ζημίας που προκάλεσε ο δράστης με το έγκλημα. Η τιμωρία στοχεύει στην ικανοποίηση του θύματος ή του περίγυρού του. Η διάσταση αυτή εμφανίζεται από τους πρώιμους ακόμα πολιτισμούς και είναι στενά συνδεδεμένη με την εκδίκηση, στα πλαίσια του βιβλικού κανόνα "Οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος". Η ποινή, έτσι, επιβάλλει την δικαιοσύνη και χρησιμεύει ως αντιστάθμισμα του κακού, ως αποκατάσταση της ισορροπίας. Οι υποστηρικτές ων θεωριών αυτών τονίζουν επίσης πως, μια τέτοια τιμωρία δείχνει σεβασμό και στον ίδιο τον δράστη, επειδή του επιτρέπει να πληρώσει το λάθος του και στη συνέχεια να επιστρέψει στην κοινωνία, θεωρητικά απαλλαγμένος από ενοχές και στίγμα. 

Επιπρόσθετα, αναπτύσσονται οι σχετικές θεωρίες (ωφελιμιστικές-utilitarian) με κύριο γνώμονα την  πρόληψη και την προστασία του συνόλου, καθώς το έγκλημα θεωρείται πως επηρεάζει όλη την κοινωνία. Με την επιβολή ποινών δίνεται μεγάλη βαρύτητα στον παραδειγματισμό του κοινωνικού συνόλου, και κατά συνέπεια την αποτροπή από την διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων. Επιπλέον, η κράτηση του δράστη εξαλείφει τον κίνδυνο να βλάψει ο ίδιος μελλοντικά την κοινωνία. Πρόκειται, επομένως, για γενική πρόληψη με τον εκφοβισμό των πολιτών βάσει της επαπειλούμενης νομοθετικής πρόβλεψης, και για ειδική πρόληψη, με τον φυσικό περιορισμό του δράστη. 

Ο εκφοβισμός της κοινωνίας στο παρελθόν στηριζόταν στην αγριότητα του τρόπου εκτέλεσης της ποινής. Κατά την διάρκεια του Μεσαίωνα, με έντονη την επίδραση του δικαίου της Εκκλησίας, στις κυρώσεις που απέβλεπαν στη μετάνοια, συγκαταλέγονταν και σωματικές ποινές, που κατά κανόνα επιβάλλονταν δημόσια. Από τις αρχές του Διαφωτισμού το βάρος μεταφέρεται στο να συνδεθεί η ύπαρξη ποινών με την λειτουργία ενός ευνομούμενου κράτους. Το μέτρο τιμωρίας θα πρέπει να είναι η βλάβη που έχει προκληθεί στην κοινωνία και η επιβολή της θα πρέπει να ικανοποιεί παράλληλα και το αίσθημα δικαίου των πολιτών. 

Ένας συγκερασμός των στόχων των απόλυτων και των σχετικών θεωριών επιχειρείται στις ενωτικές θεωρίες. Η πρόληψη και η ανταπόδοση αποτελούν από κοινού βασικές επιδιώξεις της ποινής και υλοποιούνται αντίστοιχα μέσα από την απειλή, την επιμέτρηση και την εκτέλεσή της. 

Οι σημερινές κοινωνίες εδρεύουν στην διατήρηση μιας οργανωμένης τάξης, την οποία οι νόμοι θεωρείται απαραίτητο να προστατεύουν από συμπεριφορές που την απειλούν και την κλονίζουν. Το σύγχρονο Ποινικό Δίκαιο, με αποκλειστικά δημόσιο χαρακτήρα, ορίζει ως γνώμονά του πάντα το δημόσιο συμφέρον και η ποινή έχει στόχο τη προστασία αυτής της έννομης τάξης. Η επιβολή κυρώσεων, σε πολλές περιπτώσεις, μετατρέπεται σε όπλο της κρατικής εξουσίας με στόχο την καταστολή. Το ποινικό δίκαιο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως ένα κοινωνικο-τεχνικό εργαλείο, στρεφόμενο μάλιστα και πάλι στην ανταπόδοση. 

Η ποινή, ως απάντηση στην προσβολή των εννόμων αγαθών, διαφαίνεται ως τρόπος αντιμετώπισης οποιασδήποτε μορφής κοινωνικής παρέκκλισης, ποινικοποιώντας την φτώχεια και την κάθε μορφής αντίδραση, ως αντικοινωνική και επικίνδυνη συμπεριφορά. Επιπροσθέτως, η συμπεριφορά αυτή προσεγγίζεται με αποκλειστική επίρριψη των ευθυνών στο ίδιο το άτομο και την προσωπικότητά του, εξαλείφοντας πλήρως την οποιασδήποτε ευθύνης της πολιτείας από τους παράγοντες του εγκλήματος


Τέλος, εστιάζοντας στην έκτιση της ποινής, στην μεταπολεμική περίοδο βλέπουμε να επιχειρείται ο εξανθρωπισμός της, αναφέροντας σαν στόχο την επανένταξη του εγκληματία

Μέσω του εγκλεισμού θεωρείται πως επιτελείται σωφρονισμός, με σκοπό την επαναφορά στο ελεύθερο περιβάλλον και τους κοινωνικά αποδεκτούς τρόπους συμπεριφοράς. Καθώς το διαπραχθέν αδίκημα δεν μπορεί να αναιρεθεί, ο μόνος στόχος είναι η αποτροπή από μελλοντικές ανάλογες πράξεις, δίνοντας στους παραβάτες κατευθύνσεις για να πετύχουν εντός των ορίων του νόμου. 

Αξίζει βέβαια να σημειωθεί πως, οι συνθήκες κράτησης στα ελληνικά σωφρονιστικά καταστήματα έχουν καταγγελθεί πολλές φορές ως απάνθρωπες, με συχνότερο πρόβλημα τον υπερπληθυσμό. Η πραγματικότητα δείχνει πως, στην πράξη κυριαρχεί ένας τιμωρητικός, ανταποδοτικός χαρακτήρας της έκτισης της ποινής, ενώ ο επαναπροσδιορισμός του εγκληματία παραμένει συνήθως στόχος ουτοπικός. 


Διάβασε επίσης στο Diaxroniko.eu