Κυριακή, 28 Μαρτίου 2021

Ονειρευόμαστε έγχρωμα ή ασπρόμαυρα;

Έχουν χρώμα τα όνειρα που βλέπεις; 
Η αυθόρμητη απάντηση είναι πως έχουν. Oι περιγραφές ονείρων διαχρονικά περιελάμβαναν χρώματα, στις αρχές του 20ου αιώνα, όμως, πολλοί ανέφεραν πως ονειρεύονται ασπρόμαυρα. Λίγες δεκαετίες αργότερα η εμφάνιση χρώματος αυξήθηκε ξανά. Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε αυτό το "ασπρόμαυρο διάλειμμα";

Μια από τις πρώτες και πιο σημαντικές μελέτες για το πώς εμφανίζονται τα χρώματα στα όνειρα πραγματοποιήθηκε από τον W.C. Middleton το 1943. Η έρευνα στηρίχθηκε σε 3 ερωτήσεις:

 1. Πόσο συχνά ονειρεύεσαι;
 2. Βλέπεις χρώματα στα όνειρά σου;
 3. Κάποιοι άνθρωποι αναφέρουν πως όταν ακούν μουσική ή ανθρώπους να μιλάνε αυτόματα συνδέουν τον ήχο με συγκεκριμένα χρώματα -για παράδειγμα κάποιος μπορεί να έχει μια πράσινη αίσθηση όταν ακούει ένα συγκεκριμένο μουσικό κομμάτι. Έχεις βιώσει ποτέ "χρωματισμένη ακοή";

Το 70,7% των φοιτητών που συμμετείχαν ανέφερε πως έβλεπε χρώματα στα όνειρα «σπάνια» ή «ποτέ», ενώ μόνο το 10% ανέφερε «συχνά» ή «πολύ συχνά». Ως αποτέλεσμα, θεωρήθηκε πως τα όνειρα από την φύση τους είναι ασπρόμαυρα.

Από τη δεκαετία του 1950, όμως, οι άνθρωποι άρχισαν ξανά να αναφέρουν χρώματα στις περιγραφές των ονείρων τους. Το να έχει πράγματι αλλάξει η φύση των ονείρων στο μεσοδιάστημα, θα πρέπει να το θεωρήσουμε μάλλον αδύνατον. Πού οφείλονται, επομένως, τα ασπρόμαυρα όνειρα;


Η πιο δημοφιλής εξήγηση είναι η σύνδεση με τα ασπρόμαυρα μέσα - ταινίες, τηλεόραση, εφημερίδες, φωτογραφίες. Πριν την ένταξή τους στην καθημερινότητα τεχνολογικά προηγμένων κοινωνιών κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή σε κλίμακα του γκρι. Αυτή η πρωτόγνωρη για την εποχή της εικόνα του κόσμου επηρέασε ενδεχομένως τα όνειρα των ανθρώπων. Ο συγχρονισμός της εμφάνισης ασπρόμαυρων μέσων και ονείρων στις αρχές του 20ου αιώνα και αντίστοιχα έγχρωμων μέσων και ονείρων περίπου στο 1950 ενισχύει, σίγουρα, αυτήν την εικασία. 

Ο Eric Schwitzgebel επανέλαβε την έρευνα του Middleton στις αρχές του 2000 με παρόμοιο δείγμα συμμετεχόντων. Μόνο το 17,7% ανέφερε πως «ποτέ» ή «σπάνια» βλέπει χρώμα στα όνειρα, και το 56,5% έβλεπε χρώματα «συχνά» ή «πολύ συχνά». Υποστηρίζοντας την υπόθεση πως η αντίληψη και η μνήμη για τις εμπειρίες μας επηρεάζεται από τα τεχνολογικά μέσα της εποχής μας, ο Schwitzgebel πρόσθεσε στην έρευνα άλλες 5 ερωτήσεις:

 4. Πέρασες το μεγαλύτερο μέρος της ηλικίας σου σε αστική ή αγροτική περιοχή;
 5. Σε ποια ηλικία ξεκίνησες να έχεις συχνή πρόσβαση (τουλάχιστον 1 φορά τον μήνα) σε ασπρόμαυρα μέσα (τηλεόραση ή ταινίες);
 6. Σε ποια ηλικία ξεκίνησες να έχεις συχνή πρόσβαση (τουλάχιστον 1 φορά τον μήνα) σε έγχρωμα μέσα (τηλεόραση ή ταινίες);
 7. Πόσες ώρες την εβδομάδα βλέπεις τηλεόραση ή ταινίες;
 8. Τι ποσοστό της τηλεόρασης και των ταινιών που βλέπεις είναι ασπρόμαυρες;

Τα αποτελέσματα της μελέτης συνηγόρησαν υπέρ της αρχικής υπόθεσης. Κάποιοι, όμως, την αμφισβητούν θεωρώντας αβάσιμο το συμπέρασμα πως τα μέσα μπορούν να επιφέρουν ριζική αλλοίωση σε όνειρα που αφορούν ανθρώπους, αντικείμενα και μέρη που βιώνουμε έγχρωμα στον πραγματικό κόσμο. Επισημαίνεται ότι στη δεκαετία του 1960, εκτός από την αλλαγή της τηλεόρασης σε έγχρωμη, άλλαξαν και οι μεθοδολογίες για τη λήψη δεδομένων σχετικά με τα όνειρα, δικαιολογώντας τη συχνότερη εμφάνιση χρώματος. Οι πρώτες μελέτες βασίστηκαν σε ερωτηματολόγια, εξετάζοντας ουσιαστικά την ικανότητα του ερωτώμενου να θυμάται τα όνειρά του με ακρίβεια, συχνά σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο. Από το 1960 και έπειτα, οι περιγραφές ονείρων συλλέγονται αμέσως μετά το ξύπνημα, ή ακόμη και με σκόπιμη αφύπνιση των συμμετεχόντων κατά το στάδιο ύπνου REM. Ευρήματα δείχνουν ότι η συχνότητα εμφάνισης χρώματος έχει υψηλή συσχέτιση με την χρονική απόσταση αφύπνισης-περιγραφής ονείρου. Όταν ζητείται, μάλιστα, από τους συμμετέχοντες να υποδείξουν, μέσα από ένα γράφημα, τα χρώματα που ταιριάζουν με αυτά που βλέπουν στα όνειρά τους, συχνότερα επιλέγονται οι απαλές, παστέλ αποχρώσεις.

Και πάλι, όμως, οι απόψεις διίστανται, καθώς ακόμη και χρησιμοποιώντας παλαιότερες μεθοδολογίες, εντοπίζονται διαφορές μεταξύ εκείνων που μεγάλωσαν με ασπρόμαυρα μέσα και εκείνων που μεγάλωσαν με έγχρωμα. Για παράδειγμα, περίπου το 25% ατόμων άνω των 65 ετών, που είχαν πρόσβαση σε ασπρόμαυρα μέσα στην παιδική τους ηλικία, αναφέρουν ασπρόμαυρα όνειρα. Ενώ, άτομα κάτω των 25 ετών, που δεν είχαν τέτοια έκθεση, ονειρεύονται ασπρόμαυρα «σπάνια» ή «ποτέ».

 
Μια εναλλακτική υπόθεση είναι πως τα όνειρα ως εμπειρία αυτή καθαυτή δεν έχουν καν καθορισμένο χρώμα! Τα περισσότερα αντικείμενα που ονειρευόμαστε πιθανόν να μην προσδιορίζονται με σαφήνεια, οι περιγραφές τους αιωρούνται, μοιάζοντας με νοητικές διηγήσεις. Όταν προσπαθήσουμε να ανακαλέσουμε ή μας ζητηθεί να περιγράψουμε λεπτομερώς τις σκηνές, είναι σαν να σκιτσάρουμε οι ίδιοι τα όνειρά μας, γεμίζοντάς τα και με χρώματα. Αυτή η διαδικασία, ενδεχομένως θα μπορούσε να επηρεάζεται από τα μέσα με τα οποία ερχόμαστε σε επαφή, καθώς επιδρά στον τρόπο που διαμορφώνουμε εικόνες. Άλλωστε, αν το παρατηρήσουμε, συχνά εξιστορούμε τα όνειρά μας σαν να είναι ταινίες.

Αυτό που έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον να εστιάσουμε, ωστόσο, είναι η αντίληψη που οι άνθρωποι έχουμε για τις εμπειρίες μας. Αυτό έχει σημασία όχι μόνο για να καταλάβουμε την φύση των ονείρων μας, αλλά κυρίως για να αναλογιστούμε την εγκυρότητα όσων συγκρατούμε από βασικές λειτουργίες μας. Να διακρίνουμε το χάσμα ανάμεσα στην εμπειρία μας και την αναφορά της εμπειρίας μας. 

Διάβασε επίσης στο Diaxroniko.eu