Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2020

Κοινωνική κινητικότητα: Πόσο εύκολα αλλάζει κανείς κοινωνική θέση;

Υπάρχει κάτι τρομερά ελκυστικό στην ιδέα ότι ο οποιοσδήποτε μπορεί να φτάσει στην κορυφή αν προσπαθήσει αρκετά σκληρά. Παρ’ όλα αυτά, οι υλικοί πόροι στους οποίους έχουν πρόσβαση τα άτομα φαίνεται να καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το μέλλον τους.

Όλοι οι τύποι ανθρώπινης κοινωνίας, ακόμα και στους απλούστερους των πολιτισμών, αποτελούνται από ιεραρχικά στρώματα, που διαμορφώνονται από τις ανισότητες μεταξύ των ομάδων πληθυσμού. Οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες οργανώνονται με μορφή πυραμίδας, αποτελούμενες από ανώτερη, μεσαία και κατώτερη τάξη. Θεωρούμε ένα σύστημα στρωμάτωσης ανοιχτό, όταν τα μέλη της κοινωνίας δεν προσκολλώνται στην τάξη στην οποία γεννήθηκαν. Με τον όρο κοινωνική κινητικότητα αναφερόμαστε σε αυτές τις μετακινήσεις μεταξύ των κοινωνικοοικονομικών θέσεων.


Οι μορφές Κοινωνικής Κινητικότητας


Υπάρχουν αρκετές παράμετροι της κοινωνικής κινητικότητας. Εξετάζοντας την κατεύθυνση, προκύπτει η κάθετη κινητικότητα δηλώνοντας την ανοδική ή καθοδική κίνηση στην κοινωνικοοικονομική κλίμακα. Για παράδειγμα, κάποιος που αποκτά περιουσία, εισόδημα ή κοινωνική θέση είναι ανοδικά κινητικός, ενώ κάποιος που χάνει την δουλειά του είναι καθοδικός. Έπειτα, η οριζόντια κινητικότητα, αναφέρεται σε μετακινήσεις εντός μιας τάξης, που μπορεί να αφορούν αλλαγή σε αντικείμενο ή σε τόπο.

Επιπλέον παράμετρος είναι η απόλυτη και σχετική κινητικότητα. Η απόλυτη αφορά το αν ένα άτομο μεμονωμένα έχει βελτιωθεί. Αν, δηλαδή, το εισόδημά του έχει αυξηθεί, έχει ανοδική απόλυτη κινητικότητα. Εάν όμως τα υπόλοιπα μέλη της ίδιας τάξης, στην ίδια χρονική περίοδο έχουν αυξήσει ακόμα περισσότερο τα έσοδά τους, τότε το ίδιο άτομο έχει καθοδική σχετική κινητικότητα, υπολογίζοντας το πώς μεταβλήθηκε η θέση συγκριτικά με την υπόλοιπη κοινωνία.

Ως προς τον χρόνο, μπορούμε να εξετάσουμε την εξέλιξη των ατόμων, αλλά και των γενεών. Στην ενδογενεακή κινητικότητα μετράται το πώς κινούνται τα άτομα στην κοινωνική κλίμακα κατά την διάρκεια της οικονομικά ενεργού ζωής τους. Στην διαγενεακή κινητικότητα, εξετάζουμε την κοινωνική θέση των παιδιών συγκριτικά με τους γονείς ή τους παππούδες τους.


Τι δείχνουν τα ερευνητικά δεδομένα


Η κινητικότητα έχει απασχολήσει τους κοινωνιολόγους, οδηγώντας σε αρκετές μελέτες τον τελευταίο αιώνα, κυρίως σε βιομηχανικές χώρες. Στον σχεδιασμό μιας τέτοιας έρευνας εγείρονται προβληματισμοί, καθώς δεν είναι απόλυτα σαφές το τι πρέπει να χαρακτηρίζεται ως άνοδος. Καθότι η κοινωνική θέση δεν αφορά μόνο το εισόδημα, που είναι πιο εύκολα μετρήσιμο, συχνά χρησιμοποιείται το επαγγελματικό στάτους, ως επιπλέον συνισταμένη. Η μεταβαλλόμενη φύση της εργασίας και του επιπέδου διαβίωσης δυσχεραίνει επιπλέον την σύγκριση, κυρίως στις τελευταίες δεκαετίες που οι συνθήκες έχουν αλλάξει άρδην. Εξίσου σημαντικό είναι να συνυπολογίζονται στοιχεία όπως η εθνότητα, η φυλή και το φύλο. Καταλαβαίνουμε έτσι, ότι δεν μπορούμε να καταλήξουμε παρά μόνον σε γενικά συμπεράσματα.

Κοινό συμπέρασμα των μελετών που αξίζει να προσέξουμε είναι ότι στις περισσότερες χώρες οι ευκαιρίες για γρήγορη ανέλιξη είναι πιο περιορισμένες από ό,τι πιστεύει η λαϊκή παράδοση. Επιπλέον, προκύπτει ότι το μεγαλύτερο μέρος της κινητικότητας αποτελεί μια περιορισμένης έκτασης μετακίνηση, ενώ οι περιπτώσεις που γίνονται άλματα μεταξύ των τάξεων είναι σπάνιες. Η πιο συνηθισμένη κινητικότητα είναι η οριζόντια, η ανοδική κινητικότητα είναι πιο συχνή από την καθοδική και συμβαίνει κυρίως στα μεσαία στρώματα της ταξικής δομής. Εκείνοι που βρίσκονται στα χαμηλά στρώματα τείνουν να παραμένουν εκεί.

Στην διαγενεακή κινητικότητα μια γενική αρχή που διαφαίνεται είναι ότι τα άτομα είναι πιθανότερο να ανήκουν στην ίδια τάξη με τους γονείς τους. Εάν η οικογένεια βιώνει κάθετη κινητικότητα, η αλλαγή συντελείται συνήθως με σταθερά αυξητικά βήματα. Για παράδειγμα, το παιδί ενός εργάτη σε μια βιομηχανία ενδεχομένως να γίνει επόπτης εργοστασίου, και στη συνέχεια το παιδί του εργοστασιακού επόπτη, μπορεί να γίνει στέλεχος της εταιρείας.


Γιατί είναι σπάνιο να φτάσει κανείς στην κορυφή;


Από μιας άποψης η απάντηση είναι απλή. Ακόμα και σε μια κοινωνία, όπου όλοι θα είχαν ακριβώς ίσες ευκαιρίες να φτάσουν στις ανώτερες θέσεις, λίγοι μόνο θα τα κατάφερναν, καθώς λίγες είναι και οι θέσεις εξουσίας, κοινωνικού γοήτρου ή πλούτου. Το να έχει ένα άτομο διευθυντική θέση προϋποθέτει πολλαπλάσιο αριθμό διοικούμενων.

Δεν μπορούμε όμως να παραβλέψουμε πως, εκείνοι που κατέχουν θέσεις δύναμης και πλούτου διαθέτουν και μέσα που τους επιτρέπουν να διαιωνίζουν τα προνόμιά τους και να τα μεταβιβάζουν στους απογόνους τους. Μπορούν να προσφέρουν υψηλότερη εκπαίδευση στα παιδιά τους, αλλά και να τους διασφαλίσουν τους οικονομικούς πόρους για το ξεκίνημα της σταδιοδρομίας τους, δίνοντας τους σημαντικό προβάδισμα για την κορυφή της κοινωνικής κλίμακας. Αυτή η διασφάλιση ευνοϊκότερων όρων δεν δείχνει να παραμετροποιείται από τους μηχανισμούς επιλογής ατόμων για ανώτερες θέσεις, δημιουργώντας σθεναρές αμφιβολίες για την ισότητα των ευκαιριών. Αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως "αξιοκρατία" αφορά την κτήση προσόντων και ικανοτήτων και όχι το βαθμό δυσκολίας με βάση τον οποίο αποκτήθηκαν.

Ενδιαφέρον παράδειγμα είναι η έρευνα του William Rubinstein το 1986 για την κοινωνική προέλευση των Βρετανών εκατομμυριούχων. Πήρε ως δείγμα όσους πέθαναν το 1984 και το 1985 αφήνοντας περιουσία ενός εκατομμυρίου λιρών. 53% είχαν και οι ίδιοι κληρονομήσει πάνω από 100.000 λίρες και 32% μεταξύ 10.000 και 100.000 λιρών. Επομένως, ο πιο πιθανός τρόπος να γίνει κανείς πλούσιος ήταν να γεννηθεί πλούσιος.

Η ίδια αναλογία παρατηρείται και στην βάση της πυραμίδας. Πολύ μικρά ποσοστά παιδιών κατώτερων κοινωνικών τάξεων αποκτούν πανεπιστημιακά διπλώματα, αυξάνοντας σημαντικά την πιθανότητα κάποιος που θα γεννηθεί φτωχός, να παραμείνει φτωχός.

Διάβασε επίσης στο Diaxroniko.eu