Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2020

Σε τι ωφελεί η αλλαγή ώρας;


Κάθε άνοιξη ρυθμίζουμε τα ρολόγια μία ώρα μπροστά και τα επαναφέρουμε μία ώρα πίσω το φθινόπωρο. Έτσι, υπάρχει μια ημέρα 23 ωρών στο τέλος Μαρτίου και μια ημέρα 25 ωρών στο τέλος Οκτωβρίου. Η λογική πίσω από αυτήν την αλλαγή είναι να επωφελούμαστε από το φυσικό φως των μεγαλύτερων ημερών, μετά την εαρινή ισημερία και στην διάρκεια του καλοκαιριού. Τα άτομα θα ξυπνήσουν μια ώρα νωρίτερα, θα ξεκινήσουν και θα ολοκληρώσουν τις καθημερινές εργασίες μια ώρα νωρίτερα, και θα έχουν στη διάθεσή τους μια επιπλέον ώρα ημέρας μετά τις καθημερινές τους δραστηριότητες. Την ώρα αυτή που "δανείστηκαν", θα την επιστρέψουν για τον χειμώνα, όταν το φως είναι ούτως ή άλλως περιορισμένο. 

Ο χρόνος αλλαγής των ρολογιών διαφέρει από χώρα σε χώρα, αλλά οι διαφορές στις ζώνες ώρας παραμένουν σταθερές. Ωστόσο, δημιουργούνται συγχίσεις καθώς δεν αλλάζουν όλες οι χώρες την ώρα. Συγκεκριμένα, αφορά λιγότερο από το 40% των χωρών, δηλαδή περίπου 70 σε όλο τον κόσμο. Κατά βάση εφαρμόζεται στις ΗΠΑ και τις χώρες της ΕΕ, ενώ η Ασία και η Αφρική απέχουν. Υπάρχουν και χώρες, όπως η Αυστραλία, όπου χρησιμοποιείται σε ορισμένες περιοχές. Όσο πιο μακριά βρίσκεται μια χώρα από τον Ισημερινό, τόσο πιο έντονη είναι η διαφορά στη διάρκεια της ημέρας μεταξύ καλοκαιριού και χειμώνα και τόσο πιο πιθανό να συμμετέχει στη μετατόπιση του ρολογιού. Ωστόσο, σε υψηλότερα γεωγραφικά πλάτη (για παράδειγμα, Ισλανδία, Σκανδιναβία ή Αλάσκα) η διάρκεια της ημέρας και της νύχτας αλλάζει τόσο δραστικά ανά εποχή, που ο αντίκτυπος της αλλαγής ώρας είναι ελάχιστος στην καθημερινή ζωή. 

Ο Bemjamin Franklin θεωρείται ο πρώτος υποστηρικτής της μετατόπισης της ώρας ως τρόπο εξοικονόμησης ενέργειας. Δεν πρότεινε αλλαγή στα ρολόγια, αλλά επισήμανε το όφελος των επιπλέον ωρών φυσικού φωτός αντί να σπαταλάται ενέργεια στο φωτισμό. Η πρόταση για την αλλαγή της ώρας στα ρολόγια έγινε το 1895 από τον εντομολόγο George Hudson. Στον ελεύθερο χρόνο του συνέλεγε έντομα και εκτιμώντας την βοήθεια από το ηλιακό φως πρότεινε να κερδίζουμε μια ώρα το καλοκαίρι για τις βραδινές μας δραστηριότητες. 

Η εφαρμογή, ωστόσο, ήρθε από τους Γερμανούς, με στόχο την εξοικονόμηση άνθρακα κατά την διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Η Βρετανία, οι περισσότεροι σύμμαχοί της, και πολλοί Ευρωπαίοι ουδέτεροι ακολούθησαν σύντομα. Η Ρωσία και μερικές άλλες χώρες περίμεναν μέχρι το επόμενο έτος, και οι Ηνωμένες Πολιτείες υιοθέτησαν την θερινή ώρα το 1918. Πολλές χώρες το έχουν χρησιμοποιήσει σε διάφορες χρονικές στιγμές από τότε, ιδίως κατά την ενεργειακή κρίση της δεκαετίας του 1970. 


Σήμερα έχει ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση για την χρησιμότητα της πρακτικής. Πολλοί υποστηρίζουν το να υπάρχουν περισσότερες ώρες της ημέρας μετά το τυπικό ωράριο «εννέα με πέντε», τονίζοντας το ότι προωθεί τις υπαίθριες δραστηριότητες κατά την διάρκεια του καλοκαιριού, και κατ' επέκταση βελτιώνει την σωματική και ψυχική μας υγεία. Αντίθετες απόψεις υπερασπίζονται ότι προκαλεί σύγχυση, μειώνοντας την αποδοτικότητα για την εβδομάδα μετά την αλλαγή. 

Αυτό που δημιούργησε σθεναρές αμφιβολίες και έγειρε την πλάστιγγα προς την κατάργηση της θερινής ώρας, είναι το κατά πόσο τελικά συμβάλλει στην εξοικονόμηση ενέργειας, για χάρη της οποίας υιοθετήθηκε εξ' αρχής. Όταν ξεκίνησε να εφαρμόζεται, ο ηλεκτρικός φωτισμός αποτελούσε καίριο ενεργειακό ζήτημα και τα φωτεινότερα βράδια ήταν μια σχετικά αποτελεσματική λύση. Ωστόσο τα φώτα γίνονται όλο και πιο οικολογικά και ο φωτισμός είναι υπεύθυνος για μικρότερο κομμάτι της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας. Οι περισσότερες ώρες ήλιου αντιστοιχούν, για παράδειγμα, και σε περισσότερες ώρες χρήσης κλιματισμού. Σήμερα, υπάρχουν πολυάριθμες καθημερινές δραστηριότητες με πολύ μεγαλύτερο αντίκτυπο στο ενεργειακό μας αποτύπωμα, στον περιορισμό των οποίων αξίζει να στρέψουμε την προσοχή.

Διάβασε επίσης στο Diaxroniko.eu