Κυριακή, 18 Απριλίου 2021

Το ψαράκι της γυάλας

Το διήγημα "Το ψαράκι της γυάλας" εκδόθηκε στη συλλογή "Ο μπιντές και άλλες ιστορίες" το 1971. Πραγματεύεται την επιβολή της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών, παρακολουθώντας τις κινήσεις και τις σκέψεις ενός ανθρώπου την ημέρα εκείνη. Ο συγγραφέας, Μάριος Χάκκας, είχε υποστεί και ο ίδιος διώξεις λόγω των πολιτικών του φρονημάτων.


Η πλοκή
Η ιστορία ξεκινά περιγράφοντας την γενική ατμόσφαιρα πανικού που επικρατεί στην Αθήνα, με τον κόσμο να συγκεντρώνει τρόφιμα, πιθανόν λόγω φόβου για το άμεσο μέλλον. Ο "άνθρωπός μας", παίρνει μια φρατζόλα ψωμί, για να την χρησιμοποιήσει ως καμουφλάζ και βγαίνει στους δρόμους. Θυμάται πως την ίδια τακτική είχε ακολουθήσει και στα Ιουλιανά, δύο χρόνια νωρίτερα, κρατώντας ένα καρπούζι με σκοπό να ισχυριστεί στην αστυνομία -αν χρειαστεί- πως είναι απλά ένας φιλήσυχος άνθρωπος που πάει στο σπίτι του. Και πραγματικά ήταν ένας φιλήσυχος άνθρωπος τα τελευταία χρόνια. Στο παρελθόν είχε ζήσει φυλακές και εξορίες, μα έπειτα έπιασε λίγα λεφτά και αγόρασε ένα σπιτάκι με βεράντα, όπου ζούσε μόνος. Είχε παραβαρύνει, καθόταν στα φερ-φορζέ, και βαριόταν μέχρι και να αλλάξει το νερό στην γυάλα του χρυσόψαρου. Το σπίτι και οι έστω και λιγοστές ανέσεις τού δημιουργούσαν "γερό δέσιμο με τούτον τον κόσμο και αγεφύρωτο χάσμα με το παρελθόν". Βέβαια, δεν είχε ξεκόψει τελείως με τα αγωνιστικά ιδανικά του παρελθόντος. Πήγαινε σε συγκεντρώσεις -με καμουφλάζ- έδινε την συνδρομή του και άκουγε σχετικά τραγούδια στο πικάπ. Θυμόταν τους αγώνες του σαν μύθο.
Την σημερινή μέρα έκανε έναν μεγάλο κύκλο μακριά από το κέντρο της πόλης. Καθησύχαζε τον εαυτό του πως αυτή η κατάσταση θα τελειώσει, "θα πέσουν". Έπειτα διόρθωσε την αόριστη σκέψη του, πικραμένος: "θα τους ρίξει ο λαός". Για να πέσουν θα έπρεπε και αυτός να κινηθεί προς το κέντρο που ίσως θα διαδραματίζονταν γεγονότα, αλλά δεν πήγαιναν τα πόδια του. Αντίθετα, επισκέφτηκε μια μακρινή ξαδέρφη του που έμενε στην περιοχή που βρισκόταν. Μετά από ένα σύντομο διάλογο και την ακρόαση εμβατηρίων που έπαιζαν ασταμάτητα στο ραδιόφωνο, πετάχτηκε και πάλι στο δρόμο. Παρατήρησε γρήγορα πως τόσο αυτός όσο και ο μπροστινός του βάδιζαν με τον ίδιο ρυθμό, αυτόν του εμβατηρίου. Ο άλλος άνθρωπος με την τσάντα του γεμάτη τρόφιμα, μπήκε στο σπίτι του όπου μάλλον τον περίμενε η οικογένειά του. "Ένα τίποτε είναι η αποδοχή της κατάστασης κι έπειτα γυρίζεις στο σπίτι σου", καταλήγει. Μπορεί εκείνος να μην είχε οικογένεια, "είχε όμως εκείνο το ψαράκι στη γυάλα, και ποιος θα του αλλάζει το νερό; Είναι μια ζωούλα κι αυτό, έχει ευθύνη". Υπό την βασανιστική σκέψη πως θα πέθαινε το ψάρι του, αποφάσισε πως "το μόνο που μπορούσε να κάνει αυτή την κρίσιμη μέρα ήταν ν' αλλάξει στο ψάρι νερό". Εκείνο το απριλιάτικο απόγευμα επέστρεψε στο σπίτι του στην Καισαριανή, με σκοπό να παραμείνει εκεί.



Ο άνθρωπός μας
Στην σύντομη έκτασή του, το διήγημα καταφέρνει να μας μεταφέρει τον σφυγμό των ημερών και την εσωτερική πάλη του πρωταγωνιστή, που αναφέρεται μόνο ως "ο άνθρωπός μας". Θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε από εμάς.
Παρακολουθούμε την αγωνιστικότητά του να φθίνει σε τρία χρονικά επίπεδα. Στα χρόνια της νιότης υπερασπίστηκε τις ιδέες του σθεναρά, και πλήρωσε το τίμημα. Μέχρι το 1965 και τα Ιουλιανά, το ηθικό του είχε καμφθεί, αλλά η ιδεολογία του παρέμεινε δυνατή ωθώντας τον να συμμετέχει στα γεγονότα μεν, με την κάλυψη του "φιλήσυχου ανθρώπου που πάει σπίτι του" δε. Δύο χρόνια αργότερα, τον Απρίλη του '67, το μόνο που έχει μείνει είναι η επιθυμία αλλαγής, που υπερνικάται τελικά από τις επιφυλάξεις και την διστακτικότητα.
Νιώθουμε κατανόηση, ίσως και συμπόνοια, για τον άνθρωπό μας. Βιώνουμε την σύγκρουση που κυριεύει την σκέψη του. Η διάχυτη κωμικοτραγική ειρωνία για τον συμβιβασμό του, θα μπορούσε να αποτελεί και αυτοκριτική του.


Το σπιτάκι με την βεράντα
Όταν, μετά τις κακουχίες που πέρασε, απέκτησε ξαφνικά κάποια χρήματα, αγόρασε ένα σπιτάκι με βεράντα, για να διασφαλίσει για τον εαυτό του μια πιο άνετη ζωή. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το κείμενο, το σπίτι τού δημιουργεί ένα "γερό δέσιμο με τούτον τον κόσμο κι αγεφύρωτο χάσμα με το παρελθόν". Σε αυτούς τους τέσσερις τοίχους με τα κάδρα, το δανέζικο σαλονάκι, το αναπαυτικό στρωματέξ και άλλα ψιλοπράγματα, ο μαχητικός νέος μετατράπηκε σ’ έναν βαριεστημένο μεσήλικα.


..και έπειτα γυρίζεις σπίτι σου
Στο κείμενο παρακολουθούμε το νοητικό περίπατο που εκτυλίσσεται μαζί με τα βήματα του ήρωα. Από τον δρόμο για το κέντρο των γεγονότων, στην τυπική επίσκεψη στην ξαδέρφη του, μέχρι την επιστροφή στην ασφάλεια του σπιτιού του. Αξίζει να σταθούμε στο σημείο του κειμένου: "Ένα τίποτε είναι η αποδοχή της κατάστασης κι έπειτα γυρίζεις στο σπίτι σου". Είναι φαινομενικά απλός και εύκολος ο συμβιβασμός για τον κάθε πολίτη. Αρκεί απλά να γυρίσει σπίτι του, να συνεχίζει την καθημερινότητά του, και δεν θα έχει προβλήματα. Ένα τίποτε. Ο συμβιβασμός αυτός κρύβει μια ιδεολογία που ναυάγησε. Την παραδοχή πως καμία ουσιαστική αλλαγή δεν μπορεί να επιτευχθεί. Πως ο αγώνας είναι καταδικασμένος να συντριφθεί από την πραγματικότητα, να διαβρωθεί από τις μικρές ανέσεις.


Το ψαράκι της γυάλας
Ο άνθρωπός που στο παρελθόν υπήρξε έτοιμος να θυσιάσει την ίδια του τη ζωή, τώρα θέτει την ζωή του ψαριού του πάνω από όλα. "Έπρεπε να νοιαστεί το ψαράκι", αναφέρει. Θα μπορούσαμε να το ερμηνεύσουμε ως πρόσχημα για την επιστροφή στο σπίτι και τον συμβιβασμό του. Ή θα μπορούσαμε να διακρίνουμε την ταύτιση της δικής του επιβίωσης με την επιβίωση του ψαριού. Το σπιτάκι με την βεράντα είναι η δική του γυάλα. Η γυάλα των ανέσεών του. Έπρεπε να γυρίσει να την φροντίσει για να μην καταστραφεί.


Διάβασε επίσης στο Diaxroniko.eu