Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2020

Η τυραννία της κοινής γνώμης

Ο Άγγλος φιλόσοφος του 19ου αιώνα John Stuart Mill, στο διάσημο δοκίμιο του "Περί Ελευθερίας" ερευνά την φύση και τα όρια της εξουσίας, την οποία νόμιμα μπορεί να ασκεί η κοινωνία στο άτομο. Το 1859, όταν εκδίδεται το εν λόγω δοκίμιο, προβλέπει ότι το θέμα αυτό θα αναγνωριστεί ως κεφαλαιώδες ζήτημα του μέλλοντος. Στην εισαγωγή του κειμένου, ο Mill μας παρουσιάζει έναν από τον κεντρικότερους όρους του έργου και της σκέψης του συνολικά, την τυραννία της κυρίαρχης γνώμης, η οποία πιέζει το άτομο να συμμορφωθεί στις ισχύουσες πεποιθήσεις υπό την απειλή της περιθωριοποίησης. 

Στο ξεκίνημα της συλλογιστικής του, ο φιλόσοφος παραθέτει
την εδραιωμένη αντίληψη ότι, καθώς η βούληση του έθνους είναι αυτή που διαμορφώνει την εξουσία που ασκείται, ο λαός δεν θα έπρεπε να χρειάζεται προστασία. Ωστόσο, όπως αναφέρει, ο λαός που ασκεί την εξουσία δεν είναι πάντα ο λαός επί του οποίου ασκείται η εξουσία, και η διακυβέρνηση δεν είναι η διακυβέρνηση του καθένα από τον εαυτό του, αλλά η διακυβέρνηση του καθένα από όλους τους υπόλοιπους. 

Η απόσταση αυτή δημιουργεί την "τυραννία της πλειοψηφίας", η οποία είναι δεσποτική, εμπνέει φόβο και καταπιέζει το άτομο. Μπορεί να προέρχεται είτε από πράξεις εκτελεστικής εξουσίας και κρατικών λειτουργιών, είτε να ενσαρκώνεται σε μια κοινωνικής μορφής τυραννία, που ο Mill ονομάζει "τυραννία της κυρίαρχης γνώμης" και θεωρεί τρομακτικότερη από πολλά είδη πολιτικής καταπίεσης, διότι επηρεάζει και υποδουλώνει την ίδια την ψυχή του ανθρώπου.  

‘‘Δεν επαρκεί, η προστασία από την τυραννία των κρατούντων, χρειάζεται και η προστασία από την τυραννία της κυρίαρχης γνώμης και του δημοσίου αισθήματος, από την τάση της κοινωνίας να επιβάλει ως κανόνες συμπεριφοράς (με άλλα μέσα, πέρα από τις νομικές ποινές) τις δικές της ιδέες και συνήθειες σε όλους εκείνους που διαφωνούν μ’ αυτές, να περιορίσει την ανάπτυξη και, αν είναι δυνατόν, να αποτρέψει τη διαμόρφωση οποιαδήποτε ατομικότητας δεν εναρμονίζεται με τις δικές της συνήθειες και να αναγκάσει όλους τους χαρακτήρες να διαμορφωθούν σύμφωνα με τα δικά της πρότυπα. Υπάρχει κάποιο όριο ως προς τη νόμιμη επέμβαση της συλλογικής γνώμης στην ανεξαρτησία του ατόμου, και η ανεύρεση αυτού του ορίου, καθώς και η προάσπισή του από κάθε καταπάτηση, είναι τόσο αναγκαία για την καλή κατάσταση των ανθρώπινων υποθέσεων όσο και η προστασία από τον πολιτικό δεσποτισμό’’

Οι κανόνες συμπεριφοράς που γίνονται αποδεκτοί από την κοινή γνώμη, θεωρούνται αυταπόδεικτοι και αυτονόητοι, παρά το γεγονός ότι ποικίλλουν έντονα ανά χώρα και ανά εποχή. Με χαρακτηριστικό παράδειγμα την περίπτωση των εθίμων, οι άνθρωποι ενστερνίζονται αρχές χωρίς να θεωρούν απαραίτητο να δώσουν λογικές εξηγήσεις για την τήρηση τους, ούτε προς τους άλλους, αλλά ούτε και προς τον ίδιο τους τον εαυτό. Είναι συνηθισμένοι να πιστεύουν σε μια αβάσιμη πεποίθηση, η οποία μάλιστα μπορεί να είναι η μόνη που έχουν για τις αντιλήψεις περί ηθικής, καλαισθησίας ή ευπρέπειας. 

‘‘Η ουσιώδης αρχή, στην οποία βασίζονται οι γνώμες τους για τη ρύθμιση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, είναι η πεποίθηση που έχει ο καθένας, ότι όλοι πρέπει να ενεργούν όπως θέλει αυτός κι εκείνοι με τους οποίου συμφωνεί. 

Οπουδήποτε υπάρχει μια κυρίαρχη τάξη, οι περισσότεροι από τους ηθικούς κανόνες που ισχύουν σε αυτή τη χώρα εκπορεύονται από τα ταξικά συμφέροντα και από την αίσθηση ταξικής ανωτερότητας αυτής της τάξης (…) Όταν μια τάξη, που ήταν προηγουμένως κυρίαρχη έχει χάσει την κυριαρχία της, ή όταν η κυριαρχία της είναι αντιδημοφιλής, τα ηθικά αισθήματα που επικρατούν φέρουν συχνά τη σφραγίδα μιας έντονης δυσαρέσκειας για την ταξική ανωτερότητα (…) Οι αρέσκειες και οι απαρέσκειες της κοινωνίας, ή κάποιας ισχυρής μερίδας της, είναι επομένως ο κυριότερος παράγοντας που καθόρισε, στην πράξη, τους κανόνες, οι οποίοι θεσπίστηκαν για να τηρούνται από όλους και των οποίων η μη τήρηση επέσυρε την επιβολή ποινών από το νόμο ή την κοινή γνώμη’’. 

Συγκρίνοντας αυτήν την θέση με την σημερινή εποχή, αξίζει να αναλογιστεί κανείς τον ρόλο που διαδραματίζουν στον καθορισμό των αξιών και των κανόνων της κοινωνίας μας τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, αλλά και την σχέση αυτών με τις κυρίαρχες κάθε φορά κοινωνικές τάξεις. 

Σε ολόκληρο το έργο του Mill υποβόσκει ο φόβος πως μέσω της καταπάτησης της ατομικότητας από την πλειοψηφία και την κοινή γνώμη, στις κοινωνίες θα επικρατήσει πνευματική και ηθική ομοιομορφία που θα εξαλείψει πλήρως την διαφορετικότητα. Κρίσιμο σημείο είναι, λοιπόν, το να βρεθεί ο τρόπος που θα διαμορφώνονται οι νομικοί και ηθικοί κανόνες για την συγκρότηση και την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας, καταλήγοντας σε αυτό που ο Mill αναφέρει ως βασική αρχή του δοκιμίου. 

‘‘Ο μόνος λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι, ατομικά ή συλλογικά, έχουν το δικαίωμα να επεμβαίνουν στην ελευθερία δράσης οποιουδήποτε συνανθρώπου τους, είναι η αυτοπροστασία τους. Ότι ο μόνος λόγος, για τον οποίο μπορεί νόμιμα να ασκείται εξουσία σε οποιοδήποτε μέλος μιας πολιτισμένης κοινότητας, παρά τη θέλησή του, είναι η αποτροπή της ζημιάς των άλλων (…) Η μόνη συμπεριφορά, για την οποία ο άνθρωπος είναι υπόλογος στην κοινωνία, είναι αυτή που αφορά τους άλλους. Ενώ ως προς τη συμπεριφορά που αφορά απλώς τον εαυτό του, η ανεξαρτησία του είναι δικαιωματικά απόλυτη. Όσον αφορά τον εαυτό του, το σώμα και τη διάνοιά του, το άτομο είναι κυρίαρχο’’.



*Το πλήρες κείμενο στα ελληνικά:
Τζων Στιουαρτ Μιλ, Περί Ελευθερίας,
Μετάφραση: Νίκος Μπάλης
Εκδόσεις: Επίκουρος

Διάβασε επίσης στο Diaxroniko.eu