Κυριακή, 5 Απριλίου 2020

Μπορεί η εικονική πραγματικότητα να θεραπεύσει ψυχικές διαταραχές;

Η σχέση της ψυχικής ασθένειας και της τεχνολογίας είναι αμφιλεγόμενη, καθώς πολλοί θεωρούν ότι η χρήση της τεχνολογίας επιδρά αρνητικά στον ψυχισμό μας. Πολλές είναι, όμως και οι έρευνες που υποστηρίζουν πως η τεχνολογία μπορεί να φέρει επανάσταση και στην ψυχιατρική, προσφέροντας εναλλακτικές, μη φαρμακευτικές θεραπείες, κυρίως μέσω της εικονικής πραγματικότητας. 

Σύμφωνα με την Γνωσιακή Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία, μια τεχνική με σημαντικά αποτελέσματα για την καταπολέμηση διαταραχών, όπως αυτές του άγχους, είναι
η έκθεση (exposure). Πρόκειται για την βαθμιδωτή επαφή του ασθενούς με φοβογόνα ερεθίσματα, με στόχο την εξοικείωση και την απευαισθητοποίηση. Καθώς οι φοβίες στηρίζονται σε πληροφορίες που έχει το άτομο για κάποιο ερέθισμα, η έκθεση, σε αντίθεση με την αποφυγή, μπορεί να τροποποιήσει αυτές τις πληροφορίες, χτίζοντας μια νέα συναισθηματική αντίληψη για το ερέθισμα και εξαλείπτοντας τελικά την φοβία. 

Η τεχνική της έκθεσης μπορεί να πραγματοποιηθεί με αληθινά αγχογόνα ερεθίσματα (in vivo), ή μέσω της φαντασίας (in imago) ή με την χρήση εικονικής πραγματικότητας (in virtuo). Από τις μεθόδους αυτές, τις τελευταίες δεκαετίες η εικονική πραγματικότητα κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος, διότι αίρει τις δυσκολίες απεικόνισης που παρουσιάζουν οι άλλες κατηγορίες. 

Η εικονική πραγματικότητα εισάγει τους χρήστες σε τρισδιάστατα περιβάλλοντα, τεχνολογικά κατασκευασμένα, απομονώνοντας τους από την φυσική πραγματικότητα. Χρησιμοποιούνται αισθητήρες, οθόνες κεφαλής που αναπαράγουν εικόνες, γάντια για χειρονομίες, ακουστικά για ήχους, και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και συσκευές δονήσεων. Με την πρόοδο της τεχνολογίας τα εικονικά περιβάλλοντα γίνονται όλο και πιο αληθοφανή, προσφέροντας εικόνες του πραγματικού κόσμου. Φορώντας τα εξαρτήματα, παρέχονται στον χρήστη αισθητηριακές πληροφορίες, οι οποίες μεταβάλλονται με τις κινήσεις του, έτσι ώστε οι εικόνες να αλλάζουν, προσομοιώντας το αληθινό περιβάλλον και δημιουργώντας μια αίσθηση ενσωμάτωσης και αλληλεπίδρασης με το εικονικό. 


H αισθητηριακή διέγερση που επιτυγχάνεται πυροδοτεί και τις θεραπευτικές της ικανότητες. Ο εγκέφαλος μας επεξεργάζεται τις εικόνες σαν να είναι αληθινές, καθώς ενεργοποιούνται οι αισθητηριακές και κινητικές περιοχές του φλοιού του. Αυτό επιτρέπει την κωδικοποίηση αναμνήσεων και βοηθά την μάθηση. Ο χρήστης βιώνει τις ψυχικές καταστάσεις της «παρουσίας» και τις «εμβύθισης», δηλαδή νιώθει ότι εμπεριέχεται στο εικονικό περιβάλλον, ότι έχει τον έλεγχο του σώματος του και ενώ γνωρίζει, φυσικά, την ύπαρξη του εξοπλισμού, δεν διαχωρίζει επακριβώς τον ρόλο της τεχνολογίας. Για τον λόγο αυτό οι βιολογικές αντιδράσεις, όπως για παράδειγμα οι σφυγμοί της καρδιάς, είναι κοινές με αυτές των πραγματικών εμπειριών.  

Η μέχρι τώρα εμπειρία δείχνει ότι οι θεραπείες με εικονική πραγματικότητα προσφέρουν μία σειρά πλεονεκτημάτων στην αντιμετώπιση ορισμένων διαταραχών. Αρχικά, απευθύνονται σε μεγάλο αριθμό ασθενών, καθώς μπορεί το εικονικό περιβάλλον να προσαρμοστεί εξατομικευμένα στις ανάγκες του καθενός. Αντίθετα, στην in vivo απευαισθητοποίηση αποκλείονται όσοι εμφανίζουν έντονες κρίσεις άγχους, καθώς είναι αρνητικοί να βιώσουν πραγματικές καταστάσεις. Η in imago, με την σειρά της, δεν ενδείκνυται για όσους έχουν δυσκολία να φανταστούν σκηνές, καθώς μειώνεται κατακόρυφα η ρεαλιστικότητα, ενώ αποτελεί εμπόδιο και η συστηματική αποστροφή ανθρώπων να ανακαλέσουν τραυματικές μνήμες. 

Σημαντικό πλεονέκτημα της in virtuo έκθεσης είναι και η ασφάλεια που παρέχεται, κυρίως σε σύγκριση με την επικινδυνότητα που ενέχει η επαφή του ασθενούς με αληθινές στρεσογόνες καταστάσεις. Η έκθεση με εικονική πραγματικότητα εφαρμόζεται σε ελεγχόμενο χώρο, υπό την επίβλεψη θεραπευτή, ο οποίος προσαρμόζει τον βαθμό έκθεσης και μπορεί να επέμβει σε τυχόν απρόοπτες αντιδράσεις. Επιπρόσθετα, το άτομο μπορεί να εκτεθεί σε φοβογόνα περιβάλλοντα όσες φορές και όσο συχνά επιθυμεί, έτσι η εικονική πραγματικότητα θεωρείται ότι μπορεί να έχει πιο άμεσα αποτελέσματα και με μικρότερο οικονομικό κόστος. 


Σε ποιες ψυχικές διαταραχές μπορεί να εφαρμοστεί; 


Η εικονική πραγματικότητα, για την οποία οι πρώτες εφευρέσεις είχαν ξεκινήσει στη δεκαετία του 1950, άρχισε να συνδυάζεται με την τεχνική της έκθεσης κατά την δεκαετία του 1990, εξετάζοντας την επίδραση της στις αγχώδεις διαταραχές. Η πρώτη μελέτη δημοσιεύτηκε από την ψυχίατρο Barbara Rothbaum το 1995 και αφορούσε την υψοφοβία, με έκθεση σε εικονικό, εξωτερικό ασανσέρ, ενώ ακολούθησε μελέτη για την φοβία πτήσης, με έκθεση σε εικονικό αεροπλάνο, αναφέροντας και στις δύο υψηλά ποσοστά επιτυχίας. Από τα πρώτα πεδία μελέτης ήταν και η επίδραση της εικονικής πραγματικότητας στην Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες (PTSD), εφαρμόζοντας την θεραπεία σε βετεράνους του Βιετνάμ και προσομοιώνοντας τα πεδία μάχης. 


Σήμερα, η θεραπεία εικονικής πραγματικότητας έχει επεκταθεί σε μεγάλο φάσμα ειδικών φοβιών, όπως η κλειστοφοβία, η αγοραφοβία, η ακροφοβία, οι φοβίες με διάφορα ζώα ή έντομα, ο φόβος δημόσιας ομιλίας και άλλες. Σε κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις ο χρήστης εντάσσεται σε περιβάλλοντα που του προκαλούν τον φόβο, για παράδειγμα μια απογείωση αεροπλάνου, και όταν μειωθούν τα επίπεδα άγχους που του προκαλεί το περιβάλλον, προστίθενται επιπλέον ερεθίσματα, δηλαδή στο ίδιο παράδειγμα μια απογείωση με αναταράξεις, έως ότου το άτομο να είναι έτοιμο να χρησιμοποιεί πραγματικό αεροπλάνο ανά πάσα στιγμή. 

Πολλές σύγχρονες μελέτες έχουν εστιάσει και πέρα από τις αγχώδεις διαταραχές, προτείνοντας την εικονική πραγματικότητα ως θεραπεία για διαταραχές πρόσληψης τροφής, χρόνιου πόνου, αυτισμού, ψυχώσεων, εγκλεισμού κρατουμένων σε φυλακές, αναφέροντας ενθαρρυντικά αποτελέσματα. 

Τα ευρήματα από τις μελέτες με εικονική πραγματικότητα σίγουρα καταδεικνύουν μια σημαντική θεραπευτική δυναμική, ωστόσο δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε τις μεθοδολογικές αδυναμίες που παρουσιάζουν οι μελέτες αυτές, όπως το μικρό δείγμα ασθενών και η έλλειψη ομάδων ελέγχου. Επιχειρώντας να εντοπίσουμε και τα μειονεκτήματα που εμφανίζει ως πρακτική, οι παρενέργειες που έχουν αναφερθεί είναι ήπιες και παροδικές ναυτίες, ζαλάδες ή πονοκέφαλοι. Επιπλέον, δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε ανθρώπους με ιστορικό επιληψίας, ιλίγγων και διαφόρων διαταραχών μετά από εφαρμογές προσομοίωσης, ενώ δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την επίδραση σε άτομα με αναπηρία και παιδιά. Φυσικά δεν θα πρέπει να παραλείψουμε και το ότι η θεραπεία με εικονική πραγματικότητα απαιτεί ειδικά εκπαιδευμένο θεραπευτή, τόσο με τεχνολογικές γνώσεις για τον χειρισμό των συσκευών, όσο και εξειδίκευση στην προσαρμογή του περιβάλλοντος για τις ανάγκες του ασθενούς.

Σου άρεσε το άρθρο που διάβασες; Κάνε Like & Share!

Διάβασε επίσης στο Diaxroniko.eu