Κυριακή, 26 Απριλίου 2020

Πώς ερμηνεύεται ένα έργο τέχνης;

Μία από τις πιο κεντρικές αντιπαραθέσεις στην κριτική των εικαστικών τεχνών και της λογοτεχνίας, είναι η ερμηνεία των έργων, δηλαδή το πώς αποδίδεται νόημα σε αυτά. Πιο συγκεκριμένα, διαφωνίες εκφράζονται σχετικά με το αν θα πρέπει ο κάθε θεατής ή αναγνώστης να απολαμβάνει ένα έργο με τον τρόπο που ο ίδιος το προσλαμβάνει ή αν το έργο θα πρέπει να αξιολογείται με βάση το τι ήθελε ο δημιουργός να εκφράσει. Πόση σημασία έχει, επομένως, το "τί θέλει να πει ο ποιητής";

Είναι μια ερώτηση που κρύβει πολλές επιπλέον.
Σημασία έχει ο καλλιτέχνης ή το έργο τέχνης; «Τέχνη για την τέχνη» ή τέχνη για την κάθαρση του θεατή; Ο καθένας από εμάς, κοιτάζοντας έναν πίνακα ζωγραφικής, διαβάζοντας ένα ποίημα ή ακόμα και παρακολουθώντας μια ταινία, μπορεί να οδηγηθεί σε κάποιο συναίσθημα, και αργότερα να πληροφορηθεί ότι ο τρόπος που το ερμήνευσε δεν ταιριάζει με την "σωστή ερμηνεία" του έργου. Ήταν λάθος το συναίσθημά του; Από την άλλη πλευρά, κάποιος μπορεί να θεωρήσει τον ίδιο πίνακα, ή ποίημα ή ταινία, τελείως αδιάφορο ή βαρετό, ενώ όταν του δοθούν πληροφορίες για το έργο να εντοπίσει λεπτομέρειες, με τις οποίες μπορεί να ταυτιστεί και τελικά να το εκτιμήσει. Είναι λανθασμένη αυτή η παρέμβαση;

Rene Magritte, Η προδοσία των εικόνων/ Αυτό δεν είναι μία πίπα, 1929

Ορισμένοι κριτικοί έχουν υποστηρίξει ότι οι άνθρωποι μπορούν να προσεγγίσουν την τέχνη με διαφορετικούς, αλλά εξίσου έγκυρους τρόπους, έτσι ένα έργο μπορεί να έχει αναρίθμητες ερμηνείες. Ο καθένας προσλαμβάνει το έργο ανάλογα με το νόημα που ο ίδιος έχει ανάγκη να βρει, επομένως η συναισθηματική και βιωματική του κατανόηση δεν θα πρέπει να καθοδηγείται. Σύμφωνα με αυτήν την συλλογιστική, το νόημα κρύβεται εξολοκλήρου στο σύμβολα που περιέχει το ίδιο το έργο και εξωτερικοί παράγοντες, όπως η πρόθεση του δημιουργού, δεν συμβάλλουν στον προσδιορισμό του νοήματος. 

Μια σχετική θεωρία είναι αυτή της «Σκόπιμης Πλάνης» (The Intentional Fallacy), που δημιουργήθηκε στα μέσα του 20ου αιώνα, από τους William Wimsatt και Monroe Beardsley, εκφράζοντας πως είναι λανθασμένο το να προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε ένα έργο με βάση το νόημα που ήθελε να αποδώσει σε αυτό ο καλλιτέχνης. Σε πολλές περιπτώσεις οι δημιουργοί δεν είναι καν διαθέσιμοι να μας παρέχουν πληροφορίες για την πρόθεση τους, ή μπορεί η πρόθεση αυτή να ήταν ασυνείδητη, επομένως άγνωστη και στους ίδιους. Επιπλέον, ακόμα και στις περιπτώσεις που μπορούμε να έχουμε την ερμηνεία του δημιουργού, το να δούμε ένα έργο μέσα από τα δικά του μάτια, στην ουσία, θα αποδυναμώσει το ίδιο το έργο. Η ερμηνεία του καλλιτέχνη, είναι απλά μία από τις πολλές, εξίσου αποδεκτές, ερμηνείες.

Mark Rothko, No 14, 1951

Η αντίθετη άποψη υποστηρίζει πως, το νόημα που σκόπιμα τοποθετεί ο καλλιτέχνης στο έργο του αποτελεί την μόνη ερμηνεία. Σε κάθε έργο υπάρχουν ορισμένα κωδικοποιημένα μηνύματα και σκοπός του αναγνώστη ή του θεατή θα πρέπει να είναι η αποκωδικοποίησή τους. Όταν το έργο ερμηνεύεται διαφορετικά από τον κάθε αποδέκτη, ο οποίος πιθανόν να μην έχει σκεφτεί όλες τις παραμέτρους που αυτό εμπεριέχει, στην ουσία, χάνεται το νόημα του. Ένα έργο που σημαίνει τα πάντα, καταλήγει να μην σημαίνει τίποτα. 

Η άποψη αυτή έχει υποστηριχθεί από διάφορους κριτικούς και θεωρητικούς, όπως ο Steven Knapp ή Eric Donald Hirsch και πολλοί ακόμη, έτσι η ανάλυση του πλαισίου και του περιβάλλοντος που γεννήθηκε ένα έργο τέχνης, αλλά και οι βιογραφικές πληροφορίες του δημιουργού του, χρησιμοποιούνται συστηματικά για την ερμηνεία του. 

Μια παρεμφερής οπτική, θεωρεί πως το νόημα του έργου μπορεί να βρεθεί και να παρουσιαστεί στο ευρύτερο κοινό αποκλειστικά από ανθρώπους εξοικειωμένους με την τέχνη. Οι επιμελητές εκθέσεων, οι κριτικοί, οι φιλόσοφοι και οι θεωρητικοί της τέχνης έχουν την ικανότητα να συλλέξουν τις απαραίτητες πληροφορίες, να εξετάσουν την πρόθεση του δημιουργού και να προσφέρουν μια ερμηνεία που θα μπορεί να συνδέσει όλες τις λεπτομέρειες του έργου.


Jacques- Louis David, Ο όρκος των Ορατίων, 1786

Στα πλαίσια αυτής της διαφωνίας, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρωτοβουλία κάποιων μουσείων να πραγματοποιήσουν εκθέσεις στις οποίες τα έργα δεν συνοδεύονται από ετικέτες. Κατά κανόνα, οι ετικέτες τοποθετούνται για να περιγράψουν χαρακτηριστικά του έργου, όπως ο τίτλος, το όνομα του δημιουργού, το έτος δημιουργίας, τα υλικά, το μέγεθος. Επιπλέον, μπορεί να περιέχουν και περίληψη του περιεχομένου σε μια προσπάθεια επεξήγησης και ερμηνείας. Παρομοίως, αρκετοί καλλιτέχνες έχουν αφήσει πολλά έργα τους άτιτλα ή τα έχουν ονοματίσει απλά με νούμερα με μόνο σκοπό τον διαχωρισμό τους. Στις περιπτώσεις αυτές η τέχνη αφήνεται να μιλήσει από μόνη της, να μετατραπεί από περιήγηση σε εμπειρία και να προκαλέσει τους επισκέπτες να σκεφτούν οι ίδιοι. Παρόλα αυτά, η απουσία βασικών στοιχείων για το έργο φαίνεται να κάνει τους θεατές να νιώθουν τελείως χαμένοι.

"Alibis: Sigmar Polke 1963–2010", ΜοΜΑ
Έκθεση τέχνης χωρίς ετικέτες στα έργα

Μεταξύ του "Όλες οι αναγνώσεις είναι εξίσου έγκυρες" και του "Μόνο μία ανάγνωση είναι σωστή", υπάρχει μια σχετικιστική οπτική που υποστηρίζει μια μέση λύση. Η πρόθεση του δημιουργού μπορεί να θεωρηθεί ένα σημαντικό κομμάτι της ερμηνείας, ένας δείκτης που θα στρέψει την προσοχή μας σε μια κατεύθυνση ώστε να κατανοήσουμε και να ερμηνεύσουμε, στην συνέχεια, το έργο πιο εξατομικευμένα. 

Η αλληλεπίδρασή μας με τα έργα τέχνης μπορεί να παρομοιαστεί με έναν διάλογο. Μονολογώντας για τα νοήματα του ίσως καταφέρουμε να φτάσουμε σε κάποια σημαντική προσωπική συνειδητοποίηση, ωστόσο το μόνο που θα έχουμε κερδίσει είναι η δική μας οπτική, χάνοντας πιθανόν τις εναλλακτικές που ο δημιουργός μπορούσε να μας προσφέρει. Αντιστοίχως, αν απλά ακούσουμε την ρητορική του δημιουργού για το έργο του, χωρίς να ψάξουμε την δική μας σύνδεση με αυτό, η τέχνη θα είναι σωρεία βαρετών πληροφοριών, μια ανούσια διδαχή. 


Σου άρεσε το άρθρο που διάβασες; Κάνε Like & Share!

Διάβασε επίσης στο Diaxroniko.eu