Κυριακή, 3 Μαΐου 2020

Παγγαία: Όταν όλη η ξηρά της Γης ήταν ενωμένη!

Η Γη στο παρελθόν δεν είχε την εικόνα που γνωρίζουμε. Για την ακρίβεια, η σημερινή σύνθεση των ηπείρων και των ωκεανών φαίνεται να είναι προσωρινή. Ο πλανήτης μας είναι "ζωντανός οργανισμός" και μεταβάλλεται αδιάκοπα. Πριν από περίπου 330 εκατομμύρια χρόνια όλο το έδαφος της Γης ήταν συγκεντρωμένο σε μία υπερήπειρο, την οποία ονομάζουμε Παγγαία, και περιβαλλόταν από έναν υπερωκεανό, την Πανθάλασσα. 

Στην πορεία του γεωλογικού χρόνου, η συναρμολόγηση και ο κατακερματισμός των υπερηπείρων φαίνεται να έχουν
μια συστηματική εναλλαγή, που οφείλεται στην κίνηση των τεκτονικών πλακών και την ηφαιστειακή δραστηριότητα. Οι γεωλόγοι έχουν παρατηρήσει έναν σχεδόν σταθερό κύκλο αναδημιουργίας, ενώ κάθε μετατροπή χρειάζεται εκατομμύρια χρόνια για να πραγματοποιηθεί. Η Παγγαία υπήρξε η πιο πρόσφατη υπερήπειρος και η πρώτη που ανακαλύφθηκε από τον άνθρωπο. Προηγήθηκαν, πιθανώς, η Παννότια, περίπου 600 εκατομμύρια χρόνια πριν, η Ροδινία, περίπου 1 δισεκατομμύριο χρόνια πριν και η αρχαιότερη υπερήπειρος, για την οποία έχουμε στοιχεία σήμερα, είναι η Βααλβάρη, που τοποθετείται περίπου 3,5 δισεκατομμύρια χρόνια πριν. 


Η Παγγαία συντέθηκε από τις προϋπάρχουσες υπερηπείρους Γκοντβάνα και Λαυρασία. Η Γκοντβάνα βρισκόταν στο νότιο ημισφαίριο και περιελάμβανε τις σημερινές Νότια Αμερική, Αφρική, Αυστραλία, Ανταρκτική και Αραβική Χερσόνησο. Η Λαυρασία, αντίστοιχα, συγκροτούνταν από εκτάσεις του σημερινού βόρειου ημισφαιρίου, όπως η Βόρεια Αμερική, η Σιβηρία και τμήματα γης που βρίσκονται στην σημερινή Ευρώπη. Το μεγαλύτερο μέρος του εδάφους βρισκόταν στο νότιο ημισφαίριο, αντίθετα με την σημερινή κατανομή της Γης.

Περίπου 200 εκατομμύρια χρόνια πριν, ξεκίνησε η διάλυση της Παγγαίας, ενώ έχει υποστηριχθεί ότι βρίσκεται ακόμα και τώρα σε εξέλιξη. Το πρώτο ρήγμα δημιουργήθηκε ανάμεσα στην Βόρεια Αμερική και την Αφρική, διανοίγοντας ένα κομμάτι του κεντρικού Ατλαντικού Ωκεανού. Στο ανατολικό μέρος της Παγγαίας υπήρξαν επίσης ρίξεις που σχημάτισαν έναν πρώιμο Ινδικό Ωκεανό. Στα επόμενα περίπου 100 εκατομμύρια χρόνια, το νότιο κομμάτι της Παγγαίας, η παλαιότερη δηλαδή Γκοντβάνα, χωρίστηκε στις σημερινές ηπείρους που αντιστοιχεί. Οι μεταβολές συνεχίστηκαν με τον διαχωρισμό της Βορείου Αμερικής από την Γροιλανδία και την Ευρασία. Η τρέχουσα διαμόρφωση των ηπείρων είναι απίθανο να είναι οριστική. Αυτή τη στιγμή, για παράδειγμα, υπολογίζεται πως η Αυστραλία πλησιάζει σταδιακά την Ασία και το ανατολικό τμήμα της Αφρικής αποκόπτεται από την υπόλοιπη ήπειρο.

Η ύπαρξη μιας ενιαίας χερσαίας μάζας στο παρελθόν της Γης, αποδεικνύεται από μια πληθώρα απολιθωμάτων, αλλά και γεωλογικών χαρακτηριστικών. Αφ' ενός, έχει αποδειχθεί η παρουσία ειδών σε ηπείρους που πλέον απέχουν μεγάλες αποστάσεις. Επί παραδείγματι, έχουν εντοπιστεί απολιθώματα Λυστρόσαυρου στη Νότια Αφρική, την Αυστραλία και την Ανταρκτική και απολιθώματα μιας εξαφανισμένης φτέρης σε διάφορα σημεία του νοτίου ημισφαιρίου. Αφ' ετέρου, εντοπίζεται συνοχή στους ορεινούς όγκους γειτονικών ηπείρων, αλλά και κοινά χαρακτηριστικά στην γεωμορφολογία, όπως τα στρώματα βράχων της ανατολικής ακτής της Νότιας Αμερικής και της δυτικής ακτής της Αφρικής. 

Κοινά απολιθώματα και πετρώματα σε ηπείρους που αποδεικνύουν την ύπαρξη της Παγγαίας

Η πρώτη παρατήρηση πως οι ήπειροι ταιριάζουν σαν κομμάτια παζλ έγινε από τον Αβραάμ Ορτέλιους, όταν ολοκλήρωσε τον πρώτο σύγχρονο παγκόσμιο άτλαντα το 1570. Η επιστημονική υποστήριξη, όμως, για την ύπαρξη μιας ενιαίας μάζας εδάφους πραγματοποιήθηκε το 1915 από τον μετεωρολόγο Alfred Wegener στο βιβλίο The Origin of Continents and Oceans (είχε προηγηθεί το 1912 μια συντομότερη έκδοση με τίτλο The Origin of Continets). 

Την εποχή εκείνη, η εξήγηση της επιστημονικής κοινότητας για την παρουσία κοινών απολιθωμάτων σε διαφορετικές ηπείρους στηριζόταν στην πιθανή ύπαρξη κάποιων χερσαίων ενώσεων που λειτουργούσαν ως «γέφυρες ξηράς», καλύπτοντας τους ωκεανούς και επιτρέποντας σε κάποια ζώα να μετακινούνται από ήπειρο σε ήπειρο. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή, σταδιακά οι γέφυρες διαλύθηκαν από τα κύματα. O Wegener, θεώρησε ελλιπή την επικρατούσα αντίληψη, διότι δεν παρείχε κάποια εξήγηση για την κοινή γεωμορφολογία απομακρυσμένων σήμερα εδαφών και στήριξε την δική του θεωρία στην μετατόπιση των ηπείρων και την ύπαρξη μιας υπερηπείρου, που ο ίδιος ανέφερε ως Παγγαία. Η θεωρία του δεν έγινε ευρέως αποδεκτή μεταξύ των γεωλόγων, έτσι δεν επικράτησε άμεσα η ύπαρξη της Παγγαίας. 

Υπήρξαν επιστήμονες που προσανατολίστηκαν στην ίδια κατεύθυνση, όπως ο γεωλόγος Alexander Du Toit, που συνέλεξε επίσης στοιχεία και πρότεινε την ύπαρξη της Λαυρασίας και της Γκοντβάνα στο βιβλίο του Our Wandering Continents το 1937. Ωστόσο, αυτό που οδήγησε στην επικράτηση της θεωρίας της μετατόπισης των ηπείρων ήταν η χαρτογράφηση των ωκεανών. Το 1952 η Marie Tharp, σε συνεργασία με τον Bruce Heezen, χαρτογράφησαν τον βυθό του Ατλαντικού με τη χρήση ηχητικών σημάτων, και ανακάλυψαν την Μεσοατλαντική κορυφογραμμή, που αποδείκνυε την εξάπλωση του πυθμένα και τεκμηρίωνε το ότι οι ήπειροι στο παρελθόν ήταν ενωμένες. Έτσι δημιουργήθηκε ο πρώτος ολοκληρωμένος χάρτης της Γης, συμπεριλαμβανομένου του ωκεανικού βυθού.

Παγκόσμιος χάρτης με ωκεανικό βυθό

Διάβασε επίσης στο Diaxroniko.eu