Κυριακή, 7 Ιουνίου 2020

Η ηφαιστειακή έκρηξη που εξαφάνισε... το καλοκαίρι

Το 1816 έμεινε γνωστό και ως "έτος χωρίς καλοκαίρι", καθώς την χρονιά εκείνη οι καιρικές συνθήκες τους θερινούς μήνες δεν θύμιζαν σε τίποτα καλοκαίρι. Για αυτό ευθύνεται η ισχυρότερη έκρηξη της καταγεγραμμένης ιστορίας, αυτή του ηφαιστείου Ταμπόρα στις τότε Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες (σήμερα Ινδονησία). Στις 5 Απριλίου 1815, σημειώθηκε η πρώτη ισχυρή έκρηξη, και η κορύφωση ήρθε στις 10 Απριλίου. Το ηφαίστειο σταμάτησε να βρυχάται 5 ημέρες αργότερα, ενώ
πυκνός καπνός εξακολουθούσε να αναβλύζει έως τα τέλη Αυγούστου. Στα επόμενα τέσσερα χρόνια καταγράφηκαν περισσότερες, αλλά ακίνδυνες εκρήξεις. 

Έχει υπολογιστεί ότι η ηφαιστειακή ενέργεια που εκλύθηκε ήταν ίση με 7 στην Κλίμακα Ηφαιστειακής Εκρηκτικότητας (με μέγιστο της κλίμακας το 8), και ο εκτιμώμενος όγκος εκτινασσόμενου υλικού ίσος με 160 χλμ³. Οι τεράστιες ποσότητες τέφρας έφτασαν τουλάχιστον 1.300 χιλιόμετρα μακριά, η έκρηξη ακούστηκε σε απόσταση 2.600 χιλιομέτρων, ενώ προκλήθηκε μεσαίου μεγέθους τσουνάμι στις ακτές διαφόρων νησιών στο αρχιπέλαγος της Ινδονησίας με ύψος έως 4 μέτρα. 

Η έκρηξη ήταν τόσο σφοδρή που, στο σημείο δημιουργήθηκε καλντέρα διαμέτρου 6-7 χιλιομέτρων με βάθος 600–700 μέτρα. Επιπλέον, το ύψος της κορυφής του Όρους Ταμπόρα, το οποίο είχε μέγιστο υψόμετρο περίπου 4.300 μέτρα, μετά την έκρηξη έφτασε τα 2.850 μέτρα, δηλαδή μειώθηκε περίπου κατά τα δύο τρίτα του ύψους του. 

Καλντέρα Όρους Ταμπόρα

Η τέφρα του ηφαιστείου Ταμπόρα τύλιξε τον πλανήτη προκαλώντας το φαινόμενο του ηφαιστειακού χειμώνα, δηλαδή της διατηρούμενης μείωσης των θερμοκρασιών που οφείλεται στην έκρηξη. Βασική αιτία αυτού του φαινομένου είναι το ότι η ηφαιστειακή τέφρα και τα σταγονίδια θειικού οξέος που απελευθερώνονται σε περιπτώσεις ιδιαίτερα εκρηκτικής ηφαιστειακής δραστηριότητας παραμένουν στα κατώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας, την τροπόσφαιρα και την στρατόσφαιρα, με συνέπεια να δεσμεύεται η ηλιακή ακτινοβολία και να αυξάνεται η αντανάκλαση της εντός των στρωμάτων αυτών, μην επιτρέποντας την φτάσει στην επιφάνεια της Γης. Ο ηφαιστειακός χειμώνας μπορεί να σημειωθεί σε πολύ ευρύτερη περιοχή από τη θέση του υπαίτιου ηφαιστείου και η διατήρηση του είναι ανάλογη του όγκου εκτινασσόμενου υλικού, του οποίου η καθίζηση είναι χρονοβόρα. 

Οι συνέπειες της έκρηξης του Ταμπόρα ήταν καταστροφικές. Οι περιοχές που επλήγησαν περισσότερο ήταν η Ευρώπη και η Βόρεια Αμερική. Κλιματολογικά το 1816 επικράτησαν ακραίες συνθήκες με πυκνή ομίχλη, καταρρακτώδεις καταιγίδες, πλημμύρες μεγάλων ποταμών, χιονοπτώσεις και παγετό ακόμα και τους καλοκαιρινούς μήνες. Ως αποτέλεσμα, οι γεωργικές καλλιέργειες καταστράφηκαν και πλήθος ζώων θανατώθηκε, επιφέροντας μαζική έλλειψη τροφής σε όλο το βόρειο ημισφαίριο, γεγονός που οδήγησε στο χειρότερο λοιμό του 19ου αιώνα και αρκετές κυβερνήσεις κήρυξαν εθνική κατάσταση έκτακτης ανάγκης.Τα καλοκαίρια των επόμενων ετών συνέχισαν να είναι δύσκολα, με αλλοπρόσαλλες θερμοκρασίες. 

Οι εκτιμήσεις για τον αριθμό των νεκρών της έκρηξης αλλά και του ηφαιστειακού χειμώνα που ακολούθησε ποικίλλουν. Ο συχνά αναφερόμενος αριθμός των 92.000 θανάτων υποστηρίζεται ότι είναι υπερτιμημένος, ενώ ένας πιο συντηρητικός απολογισμός αναφέρει τουλάχιστον 71.000 θύματα, από τους οποίους οι 11.000 - 12.000 ήταν αυτοί που σκοτώθηκαν άμεσα από την έκρηξη. Σε ανασκαφή το 2004, μια ομάδα αρχαιολόγων ανακάλυψε πόλη 10.000 κατοίκων που παρέμενε θαμμένη από την έκρηξη του 1815. Τόσο ο χώρος, όσο και αντικείμενα είχαν διατηρηθεί ανέπαφα κάτω από 3 μέτρα πυροκλαστικών ροών. 

Έως σήμερα, έχουν υπάρξει και άλλες εκρήξεις που δημιουργήσαν συνθήκες ηφαιστειακού χειμώνα, σε καμία περίπτωση όμως αντίστοιχης έντασης. Η έκρηξη του Κρακατόα της Ινδονησίας το 1883 οδήγησε σε ασυνήθιστα χαμηλές θερμοκρασίες και ισχυρές χιονοθύελλες παγκοσμίως για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Η έκρηξη του όρους Πινατούμπο στις Φιλιππίνες το 1991, επίσης, έφερε μείωση των παγκόσμιων θερμοκρασιών που διατηρήθηκε για περίπου τρία χρόνια. 

Διάβασε επίσης στο Diaxroniko.eu