Κυριακή 6 Μαρτίου 2022

Πώς υποδέχτηκαν οι Ευρωπαίοι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πολέμο;

Γνωρίζοντας τα αποτελέσματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, είναι δύσκολο να κατανοήσουμε το γεγονός ότι το ξέσπασμά του χαιρετίστηκε από ορισμένους τομείς της κοινής γνώμης στην Ευρώπη. Αν και υπήρχαν διαφορές από χώρα σε χώρα και μεταξύ πληθυσμών, τα νέα του πολέμου θεωρήθηκαν για πολλούς θετικά.

Όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος το 1914, η Ευρώπη έβγαινε από μια μακρά περίοδο ειρήνης, που ξεκινά με το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων το 1815. Ο 19ος αιώνας μπορεί να θεωρηθεί φαινόμενο
ασυνήθιστα παρατεταμένης ειρήνης για τα ευρωπαϊκά κράτη, καθώς υπήρχαν μεν ορισμένοι πόλεμοι (όπως ο Γαλλοπρωσικός το 1870-1871), αλλά ήταν περιφερειακοί και περιορισμένης διάρκειας. 

Από όσο φαίνεται, η ιδέα ότι ένας πόλεμος πλησιάζει ήταν έντονη από το 1910. Όταν όμως εμφανίστηκε η απειλή ήταν δύσκολο να φανταστεί κανείς το πώς θα εκτυλισσόταν. Οι πληθυσμοί της Ευρώπης πίστευαν πως οι μεγάλοι πόλεμοι ανήκαν στο μακρύ παρελθόν και μην κατανοώντας την καταστροφικότητα των σύγχρονων όπλων, θεώρησαν πως η σύγκρουση θα έχει την πορεία και τις απώλειες των πολέμων της πρόσφατης τους ιστορίας. Έτσι, η συγκατάθεση του κόσμου οφείλεται εν μέρη στην λανθασμένη εκτίμηση της σοβαρότητας της σύρραξης. 

Στην αποδοχή του πολέμου συνέβαλε επίσης το έντονο πατριωτικό αίσθημα των αγροτικών και αστικών μεσαίων στρωμάτων της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης. Ενθουσιώδεις στρατιώτες έφευγαν για τα χαρακώματα το 1914, καθώς ο πόλεμος θεωρήθηκε τρομακτικός, αλλά και ένδοξος. Οι στρατιώτες είχαν υψηλό κοινωνικό κύρος, καθώς η συμμετοχή τους στον πόλεμο αναδείκνυε πως ήταν έτοιμοι να θυσιαστούν για ένα ιδανικό.

Γερμανοί στρατιώτες οδηγούμενοι προς το μέτωπο
στο ξεκίνημα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, 1914

Ο πόλεμος εμφανίστηκε ως λύση σε όλα τα προβλήματα που ταλαιπωρούσαν την ευρωπαϊκή πολιτική και κοινωνία από τα τέλη του 19ου αιώνα, ένας τρόπος να απεγκλωβιστούν από μια πεζή εποχή. Κάτι σαν μια μονομαχία σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα (οι μονομαχίες για λόγους τιμής ήταν μια συνηθισμένη πρακτική σχεδόν σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα εκείνη την εποχή). 

Υπήρχαν φυσικά εξαιρέσεις, που είχαν προβλέψει ότι ο πόλεμος θα αποδεικνυόταν καταστροφικός. Μικρή μερίδα βιβλίων, άρθρων και εφημερίδων αναφέρονταν στον αρνητικό αντίκτυπο των επερχόμενων συγκρούσεων και μεμονωμένες ομάδες από διανοούμενους, συνδικαλιστές, χριστιανούς, γυναίκες υπερασπίζονταν την ειρήνη.

Η εμπειρία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου άλλαξε αποφασιστικά την στάση απέναντι στον πόλεμο και τις αντιλήψεις για αυτόν. Σήμερα, έχοντας διανύσει περισσότερο από έναν αιώνα, μπορούμε να διακρίνουμε τους λόγους που αποτέλεσε ορόσημο. 

Ο Μεγάλος Πόλεμος (όπως ήταν γνωστός ο ΑΠΠ για δύο δεκαετίες μέχρι να ξεκινήσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος) διήρκεσε από το 1914 έως το 1918 και υπολογίζεται ότι κόστισε την ζωή σε περίπου 40 εκατομμύρια ανθρώπους. Έχουν υπάρξει πόλεμοι στην ιστορία με αντίστοιχες απώλειες ανθρώπων ή μεγαλύτερη διάρκεια, ωστόσο, κανένας από αυτούς δεν προκάλεσε αποστροφή προς τον πόλεμο ως θεσμό. Αντίθετα, συνέχισε να γίνεται αποδεκτός ως αναγκαιότητα. 

Ο Πρώτος Παγκόσμιος δεν ήταν ο πρώτος αιματηρός πόλεμος στην ιστορία, αλλά ήταν ο πρώτος στον οποίο οι άνθρωποι ήταν ικανοί να αναγνωρίσουν την φρίκη του. Ο πρώτος που απασχόλησε την ανθρωπότητα στο σύνολό της. Ο πρώτος που ανέδειξε πως η επιστήμη του πολεμικού εξοπλισμού είχε αναπτυχθεί τόσο πολύ που ένας επόμενος θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε αφανισμό. Ο πρώτος που ξεκίνησε να γίνεται αντιληπτό πως υπάρχουν εναλλακτικές και οδήγησε σε οργανωμένα αιτήματα για την παύση του.  Η οικονομική και δημογραφική ανάπτυξη του "ειρηνικού" 19ου αιώνα, χρησιμοποιήθηκε από τις αντιπολεμικές ομάδες ως απόδειξη πως η ειρήνη ήταν προτιμότερη. Όπως αποδείχθηκε, όμως, ούτε αυτή η φιλειρηνική στροφή ήταν ικανή να σταματήσει τον κατακλυσμό του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. 

Εμείς, βρισκόμενοι στον 21ο αιώνα, με την απειλή μιας πυρηνικής σύγκρουσης μεταξύ των κορυφαίων δυνάμεων του κόσμου, έχουμε το δικαίωμα να εκτιμήσουμε λανθασμένα τα αποτελέσματα ενός πολέμου; Έχουμε το δικαίωμα να τον θεωρούμε την λύση, και όχι το πρόβλημα; Ίσως η πιο εντυπωσιακή διαφορά μεταξύ του κόσμου του 1914 και του σημερινού έγκειται, στο πόσο έκπληξη θα πρέπει να προκαλέσει μια μαζική καταστροφή. 

Διάβασε επίσης στο Diaxroniko.eu