Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2018

Πως οι τράπεζες τιμολογούν τις χρηματοδοτήσεις τους;

Η τιμολόγηση των χρηματοδοτήσεων καθορίζεται από τις Τράπεζες οι οποίες αποτελούν εμπορικές επιχειρήσεις που επιδιώκουν την μεγιστοποίηση της αποδοτικότητάς τους, δηλαδή την επίτευξη του μεγαλύτερου δυνατού κέρδους από την πλέον κερδοφόρα τοποθέτηση των διαθεσίμων τους.

Στις Τραπεζικές χρηματοδοτήσεις, η ανάληψη κινδύνου συνοδεύεται από
ικανοποιητικές αποδόσεις για τις Τράπεζες, αφού αφαιρεθούν όλα τα έξοδα και οι αμοιβές, το κόστος χρήματος και οι προβλέψεις για ενδεχόμενη υποτίμηση στοιχείων του Ενεργητικού (επισφαλείς απαιτήσεις). Ως “απόδοση” σχέσης νοείται η απόδοση από τη συνολική συνεργασία του πελάτη με την Τράπεζα.


Για τον προσδιορισμό της τιμολόγησης των πιστοδοτήσεων, οι Τράπεζες λαμβάνουν υπόψη:
● Τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο. Όσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος που αναλαμβάνει η Τράπεζα έναντι μίας επιχείρησης, τόσο μεγαλύτερη πρέπει να είναι και η κερδοφορία της.

● Το μέγεθος της επιχείρησης.

● Η δυνατότητα της επιχείρησης να παρέχει παράλληλες εργασίες (εργασίες που αποφέρουν προμήθειες στην Τράπεζα, χρηματοδοτήσεις φυσικών προσώπων κ.α.)

● Το περιβάλλον ανταγωνισμού.


Επίσης, για τον ακριβή προσδιορισμό της τιμολόγησης των χρηματοδοτήσεων των επιχειρήσεων, χρησιμοποιείται από τις Τράπεζες ως βάση “η αναμενόμενη απόδοση χρησιμοποιηθέντων κεφαλαίων” (Return on Funds Used).


Σε περιπτώσεις όπου οι χρηματοδοτήσεις εξασφαλίζονται με δέσμευση καταθέσεων, ενεχυρίαση Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου ή άλλων Κρατικών Ομολόγων, Εγγυητικές Επιστολές Τραπεζών, οι Τράπεζες λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κίνδυνος που προκύπτει είναι αρκετά χαμηλότερος συγκριτικά με τις υπόλοιπες εξασφαλίσεις, προσφέρουν ελκυστικότερες τιμολογήσεις στις επιχειρηματικές χρηματοδοτήσεις.
Η μη ορθή τιμολόγηση του πιστωτικού κινδύνου οδηγεί σε υπερδανεισμό φερέγγυων δανειοληπτών, με αποτέλεσμα την ανεξέλεγκτη αύξηση των επισφαλών δανείων. Πιστωτικός κίνδυνος είναι ο κίνδυνος ενδεχόμενης αδυναμίας του πελάτη της τράπεζας να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις και να εξυπηρετήσει το δάνειο του, με αποτέλεσμα τη μη εξόφληση ή την καθυστερημένη αποπληρωμή.


Ο καθορισμός του επιτοκίου δανεισμού και του περιθωρίου κέρδους των τραπεζικών προϊόντων και υπηρεσιών δεν είναι μια απλή και εύκολη διαδικασία. Η αρχή της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς επιτρέπει στις τράπεζες να καθορίσουν τα δικά τους επιτόκια. Το εκάστοτε επιτόκιο του Ευρώ, όπως καθορίζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, δεν είναι ο μόνος παράγοντας που επηρεάζει το επιτόκιο που χρεώνουν οι τράπεζες για την παραχώρηση δανείων στους πελάτες τους. Η κάθε τράπεζα διαμορφώνει τα δικά της επιτόκια δανεισμού, αφού λάβει υπόψη την πιστοληπτική ικανότητα του πελάτη, τους κινδύνους που αναλαμβάνει, το κόστος των προϊόντων και υπηρεσιών που προσφέρει, την απόδοση των κεφαλαίων, τις συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά και τη γενική κατάσταση της οικονομίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το επιτόκιο των στεγαστικών δανείων και το επιτόκιο των πιστωτικών καρτών. Στην πρώτη περίπτωση, η τιμολόγηση είναι χαμηλότερη επειδή υπάρχει επαρκής και συγκεκριμένη κάλυψη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση η τιμολόγηση είναι υψηλότερη λόγω του αυξημένου κινδύνου και των σημαντικών επενδύσεων σε υποδομές (Αυτόματες Ταμειακές Μηχανές, ασφάλεια συναλλαγών, κτλ).


Η κρίση στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές έχει αναδείξει ακόμα ένα σημαντικό παράγοντα που επηρεάζει άμεσα και σημαντικά την τιμολόγηση δανείων, συγκεκριμένα το κόστος άντλησης ρευστότητας. Η αύξηση του διατραπεζικού επιτοκίου δανεισμού (euribor) αλλά και του επιτοκίου των διαφόρων καταθετικών προϊόντων, επιφέρει αναπόφευκτα και αυξήσεις στα επιτόκια δανεισμού των τραπεζών.


Με τη χρήση εξειδικευμένων συστημάτων πληροφορικής, η τράπεζα επεξεργάζεται στοιχεία και πληροφορίες που αφορούν συγκεκριμένες κατηγορίες πελατών της. Για την κατηγορία των ιδιωτών, η τράπεζα επεξεργάζεται πληροφορίες σχετικά με το εισόδημα, την ηλικία, το επάγγελμα και το ιστορικό αποπληρωμής δανείων του ιδιώτη, ενώ για την κατηγορία των επιχειρήσεων τον κύκλο εργασιών, το κόστος πωλήσεων, τα αποθεματικά, τα ίδια κεφάλαια και τις υποχρεώσεις της επιχείρησης. Ακολούθως, με τη χρήση πιστωτικής βαθμολόγησης (credit scoring) διαβαθμίζει τον πιστωτικό κίνδυνο που ενέχει η χρηματοδότηση και καθορίζει την κατηγορία πιστοληπτικής ικανότητας του πελάτη. Η κατηγοριοποίηση αυτή καθορίζει τους όρους χρηματοδότησης, την τιμολόγηση του δανείου και τις απαιτούμενες εξασφαλίσεις.


Τα γεγονότα στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές καταδεικνύουν ότι οι τράπεζες θα πρέπει αφενός να υιοθετήσουν πιο λεπτομερείς πρακτικές αξιολόγησης του πιστωτικού κινδύνου που αναλαμβάνουν και αφετέρου να μελετήσουν πιο προσεκτικά τις πιθανές επιπτώσεις που επιφέρει ο κίνδυνος αυτός στα οικονομικά τους μεγέθη, τη ρευστότητα και τους δείκτες κεφαλαιακής τους επάρκειας. Οποιαδήποτε μεταβολή του επιτοκίου δανεισμού ή του περιθωρίου κέρδους της τράπεζας θα πρέπει να είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας ορθότερης τιμολόγησης του πιστωτικού κινδύνου που αναλαμβάνει, και όχι άλλων πιέσεων ή προσδοκιών της αγοράς. Η αποτελεσματικότερη διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου και η συνετή τιμολογιακή πολιτική των τραπεζών θα διατηρήσει αλλά και θα ενισχύσει την ευρωστία του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Σου άρεσε το άρθρο που διάβασες; Κάνε Like και Share!