Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2018

Εγκλήματα λευκού περιλαιμίου: τα οικονομικά εγκλήματα της υψηλής τάξης

Είναι το έγκλημα ένα γνώρισμα των χαμηλών κοινωνικών τάξεων; Τιμωρούνται όσοι εγκληματούν σε βάρος της κοινωνίας; Μήπως έχει εγκαθιδρυθεί ποινική ασυλία στις υψηλές κοινωνικοοικονομικές τάξεις; Είναι εύκολο σε όλους μας να σκεφτούμε περιπτώσεις οικονομικών εγκλημάτων που αναφέρθηκαν ποσά με πολλά μηδενικά, εγκλήματα που διαπράχθηκαν με κουστούμια και καθαρά χέρια.

Εισαγωγικά, θα πρέπει να αναφέρουμε πως σε πολλές χώρες του δυτικού κόσμου, ο όρος 'επαγγελματίες λευκού κολλάρου' αναφέρεται σε όσους κατέχουν υψηλόβαθμες, διευθυντικές θέσεις ή διοικητικές θέσεις, εκτελώντας εργασία σε περιβάλλον γραφείου. Αντίστοιχα υπάρχει ο όρος 'μπλε κολάρο', για αυτούς που ασκούν χειρωνακτική εργασία και 'ροζ κολάρο' για όσους η εργασία τους σχετίζεται με την εξυπηρέτηση πελατών, την ψυχαγωγία ή τις πωλήσεις. Η προφανής αντιστοιχία οδήγησε στον όρο 'εγκληματίας λευκού κολάρου ή περιλαιμίου' (white collar criminal). 

Ο όρος εισήχθη στον τομέα της εγκληματολογίας από τον Edwin Sutherland και αναφέρεται στους εγκληματίες με οικονομική άνεση που τελούν αξιόποινες πράξεις στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους απασχόλησης. O διάσημος σήμερα Αμερικάνος κοινωνιολόγος προσπάθησε να μελετήσει το έγκλημα σε ευρύτερα πλαίσια από αυτά που ήταν καθιερωμένα. Στοχεύοντας αποκλειστικά στην επιστημονική εξέλιξη της εγκληματολογίας θέλησε να αποδείξει ότι η εγκληματικότητα δεν βρίσκεται μόνο στους ‘δρόμους της πόλης’. Σύμφωνα με τις στατιστικές της εποχής τα εγκλήματα τελούνταν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα από άτομα χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων, οδηγώντας και σε μια σύνδεση του εγκλήματος με την φτώχεια. Ο Sutherland υποστήριξε πως το έγκλημα εντοπίζεται στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα, επειδή η επιστημονική έρευνα δεν μελετά την εγκληματικότητα των υψηλότερων κοινωνικών ομάδων, κάτι που ανέλαβε να εξετάσει ο ίδιος. 


O Sutherland για δεκαετίες μελέτησε τη συμπεριφορά 70 μεγάλων αμερικανικών εταιρειών και 15 εταιρειών κοινής ωφέλειας, συμπεριλαμβάνοντας έτσι στα δείγματά του ανθρώπους μορφωμένους, στους οποίους η κοινωνία δείχνει σεβασμό και οι ίδιοι δεν έχουν φαινομενικά την ανάγκη να διαπράξουν εγκλήματα. Για πρώτη φορά δημοσίευσε τις έρευνές του το 1939 σε μια ομιλία του στην Αμερικανική Κοινωνιολογική Ένωση, όπου αναφέρθηκε και ο όρος 'εγκληματίας λευκού περιλαιμίου', και τον επόμενο χρόνο εξέδωσε ένα επιστημονικό άρθρο υποστηρίζοντας τις θέσεις του. 

Τι είναι λοιπόν το 'έγκλημα του λευκού περιλαιμίου'; Μπορεί να οριστεί ποικιλοτρόπως, αλλά κατά βάση, είναι ένα έγκλημα δόλου με κίνητρο το οικονομικό κέρδος. Έχει διαπραχθεί από ένα άτομο με υψηλή κοινωνικοοικονομική θέση και αξιοπιστία, όπως μεγαλοεπιχειρηματίες και πολιτικοί εκπρόσωποι, και τελείται κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους. Δεν περιλαμβάνει σωματική βία, αλλά τα επακόλουθα της τέλεσής του είναι καταστροφικά σε συλλογικό και ατομικό επίπεδο. Παραδείγματα εγκλημάτων λευκού περιλαιμίου περιλαμβάνουν την απάτη, την υπεξαίρεση χρημάτων, τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τις ψευδείς παρουσιάσεις σε οικονομικές καταστάσεις επιχειρήσεων, την δωροδοκία δημοσίων υπαλλήλων άμεσα ή έμμεσα για την εξασφάλιση ευνοϊκών συμβάσεων και νομοθεσίας, τις ψευδείς δηλώσεις σχετικά με τη διαφήμιση και την πώληση, την κακή εφαρμογή των κονδυλίων, την κατάχρηση εξουσίας ή τον αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ επιχειρήσεων. 

Αυτού του είδους τα εγκλήματα στοιχίζουν στους πολίτες εκατομμύρια, ενώ η ανάδειξη και η τιμωρία τους έχει φανεί ιδιαιτέρως δύσκολη διότι στους δράστες συγκαταλέγονται υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, καθώς μόνο αυτά έχουν πρόσβαση στις εν λόγω διαδικασίες. Ως εγκληματίες λευκού περιλαιμίου ορίζονται οι εμπλεκόμενοι και των δύο πλευρών. Για παράδειγμα, σε μια περίπτωση δωροδοκίας δημοσίων υπαλλήλων οι αρχές του ποινικού δικαίου έχουν παραβιαστεί και από αυτόν που τελεί την δωροδοκία και από αυτόν που την δέχεται. 

Για την τέλεση τέτοιων εγκλημάτων συνήθως δημιουργούνται εσφαλμένα έγγραφα, ο θύτης είτε γνωρίζει πως τα έγγραφα αυτά είναι εσφαλμένα είτε επιτηδευμένα τα δημιούργησε με ανακρίβειες, ούτως ώστε η χρήση τους να οδηγήσει σε οικονομικές απώλειες του θύματος. Η δύναμη των εγκληματιών έρχεται σε πλήρη αντίθεση και ενισχύεται και από την αδυναμία των θυμάτων. Στην θέση του θύματος, κατά κανόνα βρίσκονται μεγάλες ομάδες ανθρώπων, όπως οι καταναλωτές, οι επενδυτές ή οι πολίτες, οι οποίοι πιθανόν δεν γνωρίζουν για το έγκλημα, δεν είναι οργανωμένοι, τους λείπουν τεχνικές γνώσεις, αλλά και γνώσεις των δικαιωμάτων τους και ως αποτέλεσμα δεν μπορούν να προστατευτούν. 

Το οικονομικό κόστος των εγκλημάτων του λευκού περιλαιμίου είναι κατά πολλές φορές μεγαλύτερο από το κόστος όλων των υπόλοιπων οικονομικών εγκλημάτων. Όπως αναφέρει ενδεικτικά ο Sutherland σε μία από τις περιπτώσεις που μελέτησε: ''Ο διευθυντής μιας αλυσίδας σούπερ μάρκετ σε έναν χρόνο έχει καταχραστεί 600.000 δολάρια, τα οποία ήταν έξι φορές περισσότερα από τις ετήσιες απώλειες λόγω 5.000 κλοπών και ληστειών που έγιναν στην ίδια αλυσίδα''. Στις περιπτώσεις που εμπλέκονται κρατικοί και δημόσιοι φορείς η αντιστοιχία είναι ακόμη μεγαλύτερη καθώς δεν υφίστανται άλλου τύπου κλοπές από το κοινό. 



Το έγκλημα του λευκού περιλαιμίου αποτελεί έγκλημα, χωρίς όμως να ονομάζεται ή να αντιμετωπίζεται ποινικά ως έγκλημα του μεγέθους του. Ο Sutherland κατάφερε πριν από δεκαετίες να αποδείξει πως η εγκληματικότητα και το κοινωνικό κύρος μπορεί και να συνυπάρχουν, η κοινωνία –τόσο η ελληνική, όσο και η παγκόσμια- δεν έχει καταφέρει μέχρι και σήμερα αρχικά να δεχτεί και μετέπειτα να διεκδικήσει το συλλογικό δίκαιο. Σε μια δίκη λευκού περιλαιμίου στην πραγματικότητα ο αντίδικος του υψηλόβαθμου στελέχους είναι όλη η κοινωνία, καθώς αυτή είναι που έχει ζημιωθεί. Ο καθένας έχει ζημιωθεί περισσότερο από το να γυρίσει σπίτι του και να το βρει άδειο.



Σου άρεσε το άρθρο που διάβασες; Κάνε Like και Share!